Ο Ν. 4523/2018 εισήγαγε μία σημαντική εξαίρεση στον νόμο περί ναρκωτικών και η ελληνική έννομη τάξη ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τα «τελικά προϊόντα φαρμακευτικής κάνναβης»
Το φυτό της κάνναβης απασχολεί την επικαιρότητα επί δεκαετίες, αποτελώντας πεδίο έντονων συζητήσεων σε παγκόσμιο επίπεδο. Στην ελληνική έννομη τάξη, η ουσία κατατάσσεται στα ναρκωτικά (Πίνακας Β, παρ. 2, άρθρο 1 Ν. 3459/2006 όπως ισχύει), με την καλλιέργεια και χρήση της για ψυχαγωγικούς σκοπούς, να επισύρουν αυστηρές ποινικές κυρώσεις.
Ωστόσο, ο Έλληνας νομοθέτης, εναρμονιζόμενος με τις διεθνείς εξελίξεις, προχώρησε σε μία ρυθμιστική τομή. Ο Ν. 4523/2018 εισήγαγε μία σημαντική εξαίρεση στον νόμο περί ναρκωτικών και η ελληνική έννομη τάξη ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τα «τελικά προϊόντα φαρμακευτικής κάνναβης» του είδους Cannabis Sativa L. Τα επόμενα χρόνια, μέσω τροποποιήσεων και διαδοχικών εξειδικεύσεων του σχετικού νομοθετικού πλαισίου (με τελευταία το άρθρο 56 του Ν. 5102/2024), το πεδίο εφαρμογής αυτής της sui generis ρύθμισης ορίστηκε με σαφήνεια: το καθεστώς νομιμότητας καταλαμβάνει αποκλειστικά και μόνο τη θεραπευτική χρήση της ουσίας.
Ρύθμιση και ασφάλεια
Η θεσμοθέτηση νομικού συστήματος για τη φαρμακευτική κάνναβη επηρεάζει το επιχειρείν, διαμορφώνει τη σύγχρονη πολιτική της υγείας, προάγει την ιατρική έρευνα και, πρωτίστως, θωρακίζει το θεμελιώδες δικαίωμα των ασθενών για ασφαλή πρόσβαση στην παρηγορητική αγωγή.
Η εξέλιξη αυτή υπαγορεύθηκε από την επιστημονική πρόοδο και την ανάγκη των ασθενών με σοβαρές, επίπονες νόσους. Το φαινόμενο πριμοδοτήθηκε διεθνώς ως προσαρμογή του δικαίου στην κοινωνική επιταγή. Η Ελλάδα με τη σειρά της κλήθηκε να υπηρετήσει μια υπαρκτή πραγματικότητα:
Η απουσία ρυθμιστικού πλαισίου και η «αναγκαστική» προσφυγή ασθενών σε αμφίβολης ποιότητας προϊόντα φαρμακευτικής κάνναβης, έθετε σε κίνδυνο την ανθρώπινη ζωή, καθιστώντας τον κρατικό έλεγχο μονόδρομο για τη διασφάλιση της δημόσιας υγείας.
Η επιχειρηματική διάσταση και ο ρόλος του νομικού
Η χώρα μας εναρμονιζόμενη με τα παραδείγματα άλλων χωρών, θωρακίζει πλέον ασθενείς και επαγγελματίες υγείας μέσω ενός αυστηρού νομικού πλέγματος ελέγχου. Παράλληλα, αναπτύσσεται ένας δυναμικός κύκλος επιχειρηματικότητας που εκτείνεται από την παραγωγή και τη μεταποίηση μέχρι τη διάθεση και την εξαγωγή των τελικών προϊόντων φαρμακευτικής κάνναβης. Φυσικά και νομικά πρόσωπα συμμετέχουν, κατόπιν διοικητικών εγκρίσεων, στην καθετοποιημένη αλυσίδα παραγωγής – διάθεσης, υπό αδιάλειπτη κρατική εποπτεία.
Στο νέο αυτό περιβάλλον, ο νομικός της πράξης καλείται να εφαρμόσει μια διαρκώς εξελισσόμενη και σύνθετη νομοθεσία:
- Συμβουλεύει για την τήρηση των απαιτητικών διαδικασιών αδειοδότησης, η παραβίαση των οποίων επισύρει σημαντικά πρόστιμα και θέτει σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα της επένδυσης.
- Συνδράμει στην τήρηση των προϋποθέσεων του νόμου σε κάθε επίπεδο, από τη διαμόρφωση σύνθετων συμβάσεων συνεργασίας μεταξύ φαρμακευτικών εταιρειών, μέχρι και την εξασφάλιση της νομιμότητας σε μια απλή δικαιοπραξία μεταξύ φαρμακοποιού και ασθενούς.
- Η εξέλιξη απαιτεί νομική εγρήγορση, καθώς ο νομοθέτης ωριμάζει, ρυθμίζοντας αποτελεσματικότερα την ιατρική χρήση της κάνναβης και αφουγκραζόμενος την ανάγκη διεύρυνσης των επιλογών συμπληρωματικής αγωγής, πάντα υπό ιατρική καθοδήγηση και με διατήρηση θετικής σχέσης κινδύνου-οφέλους.
Η Ευρωπαϊκή νομολογία και τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα
Χαρακτηριστικά παραδείγματα των νομικών ζητημάτων που μπορεί να εγείρει η χρήση της φαρμακευτικής κάνναβης, αντλεί κανείς από τη σχετική ευρωπαϊκή νομολογία. Την ώρα που οι επιμέρους εθνικές έννομες τάξεις οργανώνουν το σχετικό κανονιστικό πλαίσιο, προσπαθώντας να ισορροπήσουν μεταξύ της «ναρκωτικής» και «φαρμακευτικής» φύσης του φυτού, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) έρχεται να αναδείξει τη σύνδεση της θεραπείας με τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα, όπως φαίνεται στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση C-69/21.
Το Δικαστήριο κλήθηκε να αποφανθεί εάν η απέλαση ασθενούς, ο οποίος λαμβάνει φαρμακευτική κάνναβη για την αντιμετώπιση χρόνιου πόνου, προς μια χώρα όπου η χρήση της ουσίας για το σκοπό αυτό απαγορεύεται, συνιστά παραβίαση των άρθρων 1 (ανθρώπινη αξιοπρέπεια) και 4 (απαγόρευση βασανιστηρίων και απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης) του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε.
Ο σχολιασμός της απόφασης οδηγεί σε δύο συμπεράσματα που αναδεικνύουν τη λεπτή νομική στάθμιση:
- Αναγνώριση Θεραπευτικής Αξίας: Το ΔΕΕ αποδέχεται ότι η διακοπή της θεραπείας με φαρμακευτική κάνναβη, δύναται, υπό προϋποθέσεις, να προκαλέσει πόνο σε τέτοιο βαθμό που πλήττεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, εντάσσοντας τη φαρμακευτική κάνναβη στη σφαίρα της ιατρικής «αναγκαιότητας».
- Αυστηρό Κατώφλι Απόδειξης: Παρά ταύτα, τίθενται αυστηρά όρια. Για να διακοπεί νομικά η απέλαση, απαιτείται απόδειξη ότι η στέρηση της θεραπείας με κανναβινοειδή θα οδηγήσει σε «ταχεία, σημαντική μόνιμη και μη αναστρέψιμη επιδείνωση του πόνου που προκαλείται από́ την ασθένειά́ του», ενώ εξετάζεται ταυτόχρονα εξονυχιστικά αν στη χώρα προέλευσης υπάρχουν εναλλακτικές αγωγές που δύνανται να λειτουργήσουν αποτελεσματικά ως αναλγητική θεραπεία, αντί της φαρμακευτικής κάνναβης.
Εν κατακλείδι, η φαρμακευτική κάνναβη έχει εισέλθει οριστικά στη σφαίρα της υψηλής νομικής θεωρίας, αποτελώντας ένα δυναμικό πεδίο όπου διασταυρώνονται το Εμπορικό Δίκαιο, το Δίκαιο Υγείας και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Το δίκαιο καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην επιχειρηματική ελευθερία, την προστασία της δημόσιας υγείας και τον σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Για τον σύγχρονο νομικό, η πρόκληση είναι διττή και σύνθετη: απαιτείται αφενός άρτια και εξειδικευμένη γνώση των εθνικών διαδικασιών αδειοδότησης και συμμόρφωσης και αφετέρου ετοιμότητα επίκλησης ακόμη και υπερεθνικών κανόνων δικαίου, σε ένα νομικό τοπίο που διαρκώς μεταβάλλεται και ωριμάζει, δημιουργώντας νέες απαιτήσεις αλλά και νέες προοπτικές για τη νομική επιστήμη.
* Η Περσεφόνη Γάτου είναι Δικηγόρος, ΜΔΕ.
* Η Δήμητρα Λεμπέση είναι Δικηγόρος, Δ.Ν.
