Στην παρούσα ανάλυση δεδομένων από την UK Biobank αξιολογήθηκε η συσχέτιση των επιπέδων της LDL-χολ, της λιποπρωτεΐνης (α) [Lp(a)] και της υψηλής ευαισθησίας C-αντιδρώσας πρωτεΐνης (hsCRP) με τον κίνδυνο εμφάνισης μειζόνων καρδιαγγειακών επεισοδίων, τόσο μεμονωμένα όσο και σε συνδυασμό. Αξιοποιήθηκαν στοιχεία από 322.922 συμμετέχοντες που διαστρωματώθηκαν ανάλογα με τη λήψη ή μη υπολιπιδαιμικής αγωγής. Σε παρακολούθηση 13,7 ετών καταγράφηκε η εμφάνιση καρδιαγγειακού επεισοδίου σε ποσοστό 9,69% των συμμετεχόντων. Για κάθε αύξηση των επιπέδων της LDL-χολ, της Lp(a) και της hsCRP κατά μια σταθερά απόκλιση διαπιστώθηκε αύξηση του καρδιαγγειακού κινδύνου κατά 13%, 8% και 6% σε μη-χρήστες υπολιπιδαιμικής θεραπείας και κατά 11%, 7% και 6% σε άτομα που ελάμβαναν υπολιπιδαιμική αγωγή αντίστοιχα. Οι βιοδείκτες εμφάνιζαν ανεξάρτητη προγνωστική αξία, ο συνδυασμός τους όμως εμφάνιζε συνεργική δράση, με αύξηση του κινδύνου κατά 77% και κατά 58% για χρήστες ή μη-χρήστες υπολιπιδαιμικής θεραπείας όταν και οι τρεις δείκτες υπερέβαιναν την 75η εκατοστιαία θέση. Εν κατακλείδι, οι βιοχημικοί δείκτες υπερλιπιδαιμίας και φλεγμονής επιδεικνύουν ανεξάρτητη και συνεργιστική προγνωστική αξία ανεξάρτητα από τη λήψη υπολιπιδαιμικής αγωγής.
Άρθρο:
(Markus MRP, Ittermann T, Mariño Coronado J, et al. Eur Heart J. 2025;46:3863-3874)
Επιμέλεια:
Χ. Μιχαλακέας, MD, PhD, Καρδιολόγος
Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών
Υπεύθυνος Λιπιδαιμικού Ιατρείου Ευρωκλινικής Αθηνών
Χ. Χρηστάκου, MD, PhD, Ενδοκρινολόγος
Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών
Ακαδημαϊκή Υπότροφος, Νοσοκομείο «Λαϊκό»
Λ. Ραλλίδης, Καθηγητής Καρδιολογίας
Υπεύθυνος Υπολιπιδαιμικού Ιατρείου και Ιατρείου Πρώιμης Στεφανιαίας Νόσου Β΄ Πανεπιστημιακή Καρδιολογική Κλινική
Π.Γ.Ν. «Αττικόν»
Πηγή: https://eelia.gr/
