Ιατροί του Πανεπιστημίου της Αθήνας συνοψίζουν τα ευρήματα πρόσφατης μελέτης.
Η τακτική λήψη ασπιρίνης θα μπορούσε να βοηθήσει στη μείωση του κινδύνου καρκίνου του παχέος εντέρου σε άτομα με ανθυγιεινό τρόπο ζωής, σύμφωνα με μελέτη ερευνητών στο Harvard.
Οι ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής (Νοσοκομείο Αλεξάνδρα) της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ δρ Μαρία Καπαρέλου (παθολόγος – ογκολόγος), Θεοδώρα Ψαλτοπούλου (παθολόγος, καθηγήτρια Θεραπευτικής – Επιδημιολογίας – Προληπτικής Ιατρικής) και Θάνος Δημόπουλος (τ. πρύτανης ΕΚΠΑ, καθηγητής Θεραπευτικής – Ογκολογίας – Αιματολογίας, διευθυντής Θεραπευτικής Κλινικής) εστιάζουν στα κυριότερα σημεία της μελέτης.
Η μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό JAMA Oncology, έγινε από τον Andrew Chan, Καθηγητή στο Τμήμα Ανοσολογίας και Λοιμωδών Νοσημάτων.
Οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα 30 ετών που είχαν συλλεχθεί από περισσότερους από 100.000 συμμετέχοντες. Συμμετείχαν άτομα με παράγοντες κινδύνου που είναι γνωστό ότι σχετίζονται με τον κίνδυνο καρκίνου του παχέος εντέρου – όπως η τακτική χρήση καπνού και αλκοόλ και η έλλειψη υγιεινής διατροφής και τακτικής σωματικής δραστηριότητας. Όσοι έπαιρναν ασπιρίνη τακτικά είχαν κατά ένα τρίτο χαμηλότερο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του παχέος εντέρου.
Η μελέτη αυτή είναι η πιο πρόσφατη από την επιστημονική ομάδα του Chan για τα οφέλη της ασπιρίνης. Επιδημιολογικά, άρχισε για πρώτη φορά να μελετάται η πιθανότητα η ασπιρίνη να μειώσει τον κίνδυνο καρκίνου τη δεκαετία του 1980, αφού παρατήρησαν ότι οι ασθενείς με αρθρίτιδα που έπαιρναν ασπιρίνη φαινόταν να έχουν χαμηλότερα ποσοστά καρκίνου. Στις αρχές της δεκαετίας, εμφανίστηκαν οι πρώτες τυχαιοποιημένες μελέτες που συνέκριναν τα ποσοστά καρκίνου σε άτομα που τους χορηγήθηκε ασπιρίνη με αυτά που τους χορηγήθηκε εικονικό φάρμακο – συμπεριλαμβανομένης μιας πρωτοποριακής μελέτης που έδειξε ότι τα άτομα που λάμβαναν ασπιρίνη είχαν χαμηλότερο κίνδυνο να αναπτύξουν προκαρκινικούς πολύποδες του παχέος εντέρου.
Το 2016, στις ΗΠΑ, μια ομάδα εμπειρογνωμόνων πρόληψης ασθενειών που διορίστηκε από το Υπουργείο Υγείας και Ανθρωπίνων Υπηρεσιών των ΗΠΑ, συνέστησε σε ορισμένους ασθενείς ηλικίας μεταξύ 50 και 59 ετών να λαμβάνουν τακτικά ασπιρίνη για την πρόληψη τόσο της καρδιοπάθειας όσο και του καρκίνου του παχέος εντέρου. Το 2022, ωστόσο, ο οργανισμός ανέτρεψε αυτή τη σύσταση εν μέσω ανησυχιών για παρενέργειες, όπως η αιμορραγία. Έτσι εγέρθηκε το ερώτημα ποιος μπορεί να ωφεληθεί περισσότερο από την ασπιρίνη.
Ο καρκίνος του παχέος εντέρου προβλέπεται να σκοτώσει περισσότερους από 53.000 ανθρώπους το 2024, καθιστώντας τον τη δεύτερη κύρια αιτία θανάτων από καρκίνο στις Ηνωμένες Πολιτείες, σύμφωνα με την Αμερικανική Αντικαρκινική Εταιρεία. Έχει επίσης αυξηθεί μεταξύ των νέων για λόγους που δεν είναι καλά κατανοητοί.
Δεν αξιολογήθηκαν ωστόσο οι κίνδυνοι που σχετίζονται με την ασπιρίνη ή η αναλογία «κόστους-οφέλους».
Ο επικεφαλής της μελέτης αναφέρει ότι η τρέχουσα εργασία είναι μεταξύ των πρώτων που επισημαίνουν μεταβλητές που υποδηλώνουν πότε η χρήση ασπιρίνης μπορεί να είναι πιο ωφέλιμη. Σε προηγούμενη έρευνά του, ο Chan έδειξε ότι η ασπιρίνη είναι πιο αποτελεσματική στην πρόληψη του καρκίνου και υπάρχουν λιγότερες παρενέργειες όταν λαμβάνεται από ασθενείς κάτω των 70 ετών.
Φαίνεται ότι η ασπιρίνη παρεμβαίνει στη δημιουργία βασικών δομικών στοιχείων σε μοριακό επίπεδο που απαιτούνται για την παραγωγή μιας κατηγορίας φλεγμονωδών πρωτεϊνών που ονομάζονται προσταγλανδίνες, οι οποίες είναι γνωστό ότι προάγουν τον καρκίνο. Η ασπιρίνη φαίνεται επίσης να αναστέλλει συγκεκριμένες κυτταρικές οδούς που μπορούν να προάγουν την ανώμαλη ανάπτυξη των κυττάρων, ενώ επίσης ενισχύει τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος με τρόπους που επιτρέπουν στο σώμα να καταπολεμά καλύτερα τον καρκίνο.
Συνοψίζοντας ο Chan, ανέφερε πόσο δύσκολο είναι να αλλάξει πραγματικά ο τρόπος ζωής στον καθένα γύρω μας. Ελλείψει της ικανότητας να προβεί κάποιος σε ριζικές αλλαγές στον τρόπο ζωής, υπάρχει μια άλλη επιλογή που βοηθά στη μείωση του κινδύνου ανάπτυξης καρκίνου για συγκεκριμένη ομάδα πληθυσμού. Αυτή η επιλογή αφορά την λήψη ασπιρίνης από άτομα υψηλού κινδύνου ανάπτυξης καρκίνου παχέος εντέρου. Φυσικά δεν εξαλείφει εντελώς τον κίνδυνο, αλλά ίσως τον απομακρύνει.
