Η βιολογική ηλικία δεν ταυτίζεται με το έτος γέννησης, αλλά επιχειρεί να δείξει αν ο οργανισμός του γερνά ταχύτερα ή βραδύτερα από αυτό που δείχνει το ημερολόγιο. Πλέον υπάρχουν εξετάσεις που επιχειρούν να εκτιμήσουν όχι μόνο τη σημερινή κατάσταση του οργανισμού, αλλά και τη μελλοντική διάρκεια της καλής υγείας, ακόμη και το πιθανό προσδόκιμο ζωής. Πόσο χρήσιμό, όμως, είναι να τα ξέρεις όλα αυτά;
Οι περισσότεροι γνωρίζουν με ακρίβεια τη χρονολογική ηλικία τους. Oσοι όμως διαθέτουν το οικονομικό περιθώριο και ενδιαφέρονται για την κατάσταση της υγείας τους μπορούν πλέον να μάθουν και κάτι ακόμη: τη λεγόμενη «βιολογική ηλικία». Πρόκειται για μια εκτίμηση που δεν ταυτίζεται απαραίτητα με τα χρόνια που έχουν περάσει από τη γέννηση κάποιου, αλλά επιχειρεί να δείξει αν ο οργανισμός του γερνά ταχύτερα ή βραδύτερα από τον μέσο όρο. Το κατά πόσο αυτή η πληροφορία είναι πραγματικά χρήσιμη, γράφει ο Economist, εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο έντονης συζήτησης.
Η ιδέα εμφανίστηκε το 2011, όταν ομάδα επιστημόνων με επικεφαλής τον ερευνητή Στιβ Χόρβαθ από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Λος Αντζελες παρουσίασε μια μελέτη για τον λεγόμενο «επιγενετικό δείκτη ηλικίας». Οι ερευνητές επικεντρώθηκαν στη μεθυλίωση της κυτοσίνης, μια διαδικασία κατά την οποία μικρές χημικές ομάδες, οι μεθυλομάδες, προσκολλώνται στο DNA και επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο ενεργοποιούνται ή απενεργοποιούνται τα γονίδια.
Η έρευνα, γράφει ο Economist, έδειξε ότι το επίπεδο αυτής της μεθυλίωσης μπορεί να προβλέψει με αξιοσημείωτη ακρίβεια την ηλικία ενός ανθρώπου. Παράλληλα, οι αποκλίσεις ανάμεσα στη βιολογική και τη χρονολογική ηλικία ενδέχεται να αποκαλύπτουν αν ο οργανισμός γερνά πιο γρήγορα ή πιο αργά από το αναμενόμενο.
Το λεγόμενο «ρολόι του Χόρβαθ» βοήθησε τους επιστήμονες να κατανοήσουν καλύτερα τη διαδικασία της γήρανσης. Καθώς τα κύτταρα διαιρούνται και το DNA αντιγράφεται, συσσωρεύονται επιπλέον μεθυλομάδες, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένη ενεργοποίηση γονιδίων. Το αποτέλεσμα είναι φαινόμενα που σχετίζονται με την ηλικία, όπως οι χρόνιες φλεγμονές ή η μειωμένη ικανότητα αναγέννησης των ιστών. Η ανακάλυψη, σημειώνει ο Economist, δημιούργησε μια ολόκληρη αγορά εταιρειών που προσφέρουν, έναντι αμοιβής, εξετάσεις βιολογικής ηλικίας και συμβουλές για το πώς μπορεί κάποιος να επιβραδύνει τη γήρανση. Με την πάροδο των ετών, οι σχετικές εξετάσεις εξελίχθηκαν σημαντικά. Νεότερες μέθοδοι, όπως οι PhenoAge, DunedinPACE και GrimAge –η τελευταία πήρε το όνομά της, με μια δόση μαύρου χιούμορ, από την αγγλική ονομασία του Χάρου, Grim Reaper– δεν εξετάζουν μόνο τη μεθυλίωση, αλλά και διάφορους βιοδείκτες, όπως πρωτεΐνες και άλλα μόρια που συνδέονται με τη διαδικασία της γήρανσης. Αλλες τεχνικές αναλύουν διαφορετικές βιολογικές παραμέτρους, όπως τη σύσταση του αίματος ή τα μόρια που καθορίζουν ποιες πρωτεΐνες παράγουν τα κύτταρα. Σε αντίθεση με το αρχικό «ρολόι», οι σύγχρονες μέθοδοι επιχειρούν να εκτιμήσουν όχι μόνο τη σημερινή κατάσταση του οργανισμού, αλλά και τη μελλοντική διάρκεια της καλής υγείας, ακόμη και το πιθανό προσδόκιμο ζωής.
Σε επίπεδο δημόσιας υγείας, τέτοιες πληροφορίες θεωρούνται πολύτιμες, καθώς μπορούν να βοηθήσουν στον σχεδιασμό πολιτικών πρόληψης και φροντίδας του πληθυσμού. Για το κάθε άτομο ξεχωριστά, όμως, η χρησιμότητά τους παραμένει αμφιλεγόμενη. Οι συστάσεις που συνοδεύουν τα αποτελέσματα, σύμφωνα με τον Economist, συνδυάζουν αποδεδειγμένες πρακτικές, όπως ισορροπημένη διατροφή, τακτική άσκηση, επαρκή ύπνο, αποφυγή καπνίσματος και υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ, με πιο αβέβαιες προτάσεις, όπως η λήψη συμπληρωμάτων των οποίων η αποτελεσματικότητα στην επιμήκυνση της ζωής δεν έχει τεκμηριωθεί.
Μια ανασκόπηση που δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο από επιστήμονες του Πανεπιστημίου Νορθγουέστερν στο Ιλινόι επισημαίνει αρκετούς λόγους για επιφυλακτικότητα. Οι ειδικοί προειδοποιούν, για παράδειγμα, ότι ορισμένοι άνθρωποι μπορεί να επικεντρωθούν στη βελτίωση συγκεκριμένων βιοδεικτών μέσω συμπληρωμάτων, αντί να αλλάξουν τις καθημερινές τους συνήθειες, που είναι εκείνες που επηρεάζουν ουσιαστικά τη βιολογική γήρανση. Επιπλέον, οι διακυμάνσεις στα αποτελέσματα μπορεί να οφείλονται είτε στη φυσιολογική μεταβλητότητα του οργανισμού είτε στην ίδια την εξέταση.
Ο ερευνητές, καταλήγει ο Economist, σημειώνουν ότι δεν έχει ακόμη αποδειχθεί πως τα πολύπλοκα επιγενετικά τεστ προσφέρουν περισσότερες χρήσιμες πληροφορίες από απλές, δωρεάν δοκιμασίες, όπως η δύναμη της λαβής του χεριού, η ταχύτητα βάδισης ή ο χρόνος που χρειάζεται κάποιος για να σηκωθεί από μια καρέκλα. Οπως συμβαίνει και σε πολλούς άλλους τομείς της επιστήμης, άλλο πράγμα είναι η συλλογή δεδομένων και άλλο η πραγματική γνώση που μπορεί να βελτιώσει την υγεία και την ποιότητα ζωής.
Πηγή: https://www.protagon.gr/themata/na-metrame-ti-viologiki-i-tin-xronologiki-ilikia-44343413418
