Η ακτινογραφία των αντιβιοτικών στην Ελλάδα: Το βήμα μπροστά με την ηλεκτρονική συνταγογράφηση και τα μελανά σημεία της υπερκατανάλωσης
Μια εξαιρετικά αποκαλυπτική εικόνα για τις συνήθειες των Ελλήνων όσον αφορά τη χρήση αντιβιοτικών ήρθε στο φως κατά τη διάρκεια της συνέντευξης τύπου του υπουργείου Υγείας. Στο επίκεντρο βρέθηκε η νέα αναδρομική μελέτη του Ινστιτούτου Επιστημονικών Ερευνών του Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου, η οποία βασίστηκε στα πολύτιμα επιδημιολογικά δεδομένα της Ηλεκτρονικής Συνταγογράφησης της ΗΔΙΚΑ για την περίοδο 2018-2024. Τα ευρήματα αναδεικνύουν τόσο τα σημαντικά βήματα προόδου που έγιναν μετά τη θεσμοθέτηση της υποχρεωτικής συνταγογράφησης, όσο και τις βαθιά ριζωμένες στρεβλώσεις που μας διατηρούν στις πρώτες θέσεις της Ευρώπης στην κατάχρηση φαρμάκων.
Από τη Ρούλα Σκουρογιάννη
Η εισαγωγή της υποχρεωτικής ηλεκτρονικής συνταγογράφησης τον Σεπτέμβριο του 2020 αποδείχθηκε το πιο αποτελεσματικό ανάχωμα απέναντι σε μια ανεξέλεγκτη πραγματικότητα. Πριν από την εφαρμογή του μέτρου, σχεδόν τέσσερις στις δέκα συσκευασίες αντιβιοτικών (το 40% της αγοράς) διατίθενταν στα φαρμακεία χωρίς καμία ιατρική συνταγή, αποτελώντας ουσιαστικά ένα «αόρατο» μέγεθος για το σύστημα υγείας. Η πολιτική παρέμβαση έφερε στο φως αυτή την κατανάλωση, επιτρέποντας την πλήρη επιτήρηση της αγοράς.
Όπως χαρακτηριστικά υπογράμμισε ο υπουργός Υγείας, Άδωνις Γεωργιάδης, η ξεκάθαρη αποτύπωση των δεδομένων πριν και μετά το 2020 αποτελεί την αφετηρία για να κατανοήσουμε τις βαθύτερες αιτίες της υπερκατανάλωσης. Η αλόγιστη αυτή χρήση αποτελεί σοβαρό κίνδυνο για τη δημόσια υγεία, καθώς τροφοδοτεί άμεσα τη μικροβιακή αντοχή και οδηγεί σε κατακόρυφη αύξηση των ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων στα ελληνικά νοσοκομεία.
Σχεδόν ένας στους δύο Έλληνες παίρνει αντιβιοτικό κάθε χρόνο
Παρά τη συγκράτηση που έφερε το ψηφιακό φρένο, τα νούμερα παραμένουν ανησυχητικά υψηλά και αποδεικνύουν ότι η κατάχρηση παραμένει «εθνικό σπορ». Για το έτος 2024, το 45% του ελληνικού πληθυσμού έλαβε τουλάχιστον μία συνταγή για αντιβιοτικό μέσα στη χρονιά.
Η ακτινογραφία των καταναλωτών δείχνει ότι η χρήση αυξάνεται όσο μεγαλώνει η ηλικία. Οι πολίτες άνω των 55 ετών κρατούν τα σκήπτρα της κατανάλωσης, με την κορύφωση να καταγράφεται στις ηλικίες μεταξύ 80 και 85 ετών. Παράλληλα, στο κομμάτι του φύλου, οι γυναίκες μετά την ηλικία των 20 ετών εμφανίζουν μεγαλύτερη συχνότητα λήψης αντιβιοτικών σε σχέση με τους άνδρες, κάτι που οι επιστήμονες αποδίδουν κυρίως στην ανάγκη αντιμετώπισης συχνών γυναικολογικών λοιμώξεων.
Το παράδοξο με τα θεραπευτικά πρωτόκολλα και τις ιατρικές ειδικότητες
Ένα από τα πιο αξιοσημείωτα και προβληματικά ευρήματα της μελέτης είναι η συστηματική παράκαμψη των επίσημων κατευθυντήριων οδηγιών. Το εντυπωσιακό 91% των αντιβιοτικών συνταγογραφείται εκτός θεραπευτικών πρωτοκόλλων, με μόλις το 9% να ακολουθεί την τυποποιημένη ιατρική διαδικασία. Οι γιατροί τείνουν να παρακάμπτουν τη δήλωση της ακριβούς αιτιολογίας (όπως συμβαίνει συχνά σε περιπτώσεις πυελονεφρίτιδας), προκειμένου να αποφύγουν τους περιορισμούς που θέτει το σύστημα στις επιλογές των σχημάτων.
Σε επίπεδο ειδικοτήτων, οι παθολόγοι και οι γενικοί ή οικογενειακοί γιατροί σηκώνουν το μεγαλύτερο βάρος, εκδίδοντας το 35% των συνολικών συνταγών, ενώ ακολουθούν οι παιδίατροι. Ωστόσο, οι ουρολόγοι αναδεικνύονται σε «πρωταθλητές» σε απόλυτους αριθμούς ανά γιατρό, γράφοντας κατά μέσο όρο 800 συσκευασίες ετησίως. Στην ίδια τροχιά κινούνται οι ωτορινολαρυγγολόγοι (ΩΡΛ), οι πνευμονολόγοι και οι οδοντίατροι, με ετήσιες καταγραφές που κυμαίνονται μεταξύ 600 και 800 κουτιών.
Το φαινόμενο γίνεται ακόμα πιο έντονο κατά τους χειμερινούς μήνες. Ο πρόεδρος του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων (ΕΟΦ), Σπύρος Σαπουνάς, επεσήμανε ότι συνεχίζεται η λανθασμένη πρακτική χορήγησης αντιβιοτικών για την αντιμετώπιση της εποχικής γρίπης. Πρόκειται για μια καθαρά ιογενή λοίμωξη, στην οποία τα αντιβιοτικά δεν προσφέρουν καμία απολύτως θεραπευτική δράση. Οι λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού παραμένουν η κύρια αφορμή, καλύπτοντας το 20% με 25% των συνολικών συνταγών, με τις λοιμώξεις του ουροποιητικού να ακολουθούν από κοντά.
Ο γεωγραφικός χάρτης της κατάχρησης και η απόσταση από τους στόχους του ΠΟΥ
Η γεωγραφική κατανομή της συνταγογράφησης στην επικράτεια κρύβει μεγάλες αντιθέσεις. Στον πυθμένα της λίστας, με την πιο λελογισμένη χρήση, βρίσκονται η Ευρυτανία και η Φωκίδα, όπου καταγράφονται περίπου 70 κουτιά ανά χίλιους κατοίκους σε μηνιαία βάση. Στον αντίποδα, οι τουριστικές και νησιωτικές περιοχές παρουσιάζουν εκρηκτική αύξηση. Η Λευκάδα, η Ζάκυνθος, η Κέρκυρα, οι Κυκλάδες, τα Χανιά, το Ηράκλειο Κρήτης και η Κόρινθος βρίσκονται στο «κόκκινο», με την κατανάλωση να εκτινάσσεται από 130 έως 170 κουτιά τον μήνα ανά χίλιους κατοίκους.
Αυτή η τοπική υπερβολή απομακρύνει τη χώρα από τους διεθνείς στόχους υγείας. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) έχει θέσει ως στόχο μέχρι το 2030 το 65% των αντιβιοτικών που χρησιμοποιούνται να ανήκουν στην κατηγορία “access” – δηλαδή σε φάρμακα πρώτης γραμμής που συνδυάζουν υψηλή αποτελεσματικότητα με χαμηλό κίνδυνο ανάπτυξης ανθεκτικών μικροβίων, αποφεύγοντας τα σκευάσματα νεότερης γενιάς.
Στην Ελλάδα συμβαίνει το αντίθετο: οι γιατροί δείχνουν σταθερή προτίμηση σε αντιβιοτικά τελευταίας γενιάς, όπως οι κινολόνες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η χώρα μας να πιάνει μόλις το 40% στην κατάλληλη κατηγορία φαρμάκων, μένοντας 20% με 25% πίσω από τα διεθνή πρότυπα ασφαλείας.
Το ψηφιακό όπλο και τα επόμενα βήματα
Παρά τις αδυναμίες, η βάση για την αλλαγή υπάρχει. Ο επιστημονικός υπεύθυνος της μελέτης, Νικόλαος Βαβουρανάκης, τόνισε ότι η Ελλάδα διαθέτει σήμερα ένα από τα πιο εξελιγμένα και σύγχρονα συστήματα ηλεκτρονικής συνταγογράφησης παγκοσμίως. Αυτό το ψηφιακό εργαλείο δίνει στην πολιτεία τη δυνατότητα να παρακολουθεί την τάση σε πραγματικό χρόνο και να σχεδιάζει στοχευμένες παρεμβάσεις.
Το επόμενο μεγάλο ορόσημο αναμένεται στις αρχές Σεπτεμβρίου, όταν το Ινστιτούτο του Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου θα καταθέσει επίσημα τις ολοκληρωμένες προτάσεις του στο υπουργείο Υγείας. Οι προτάσεις αυτές θα λειτουργήσουν ως οδηγός για την αυστηρότερη εφαρμογή των θεραπευτικών πρωτοκόλλων, τον έλεγχο των ειδικοτήτων που υπερσυνταγογραφούν και την έναρξη εκστρατειών ενημέρωσης. Στόχος είναι κοινός για πολιτική ηγεσία και επιστήμονες: να αλλάξει η νοοτροπία τόσο των γιατρών όσο και των πολιτών, ώστε να προστατευθεί η αποτελεσματικότητα των όπλων που διαθέτουμε απέναντι στις λοιμώξεις.



