Ζούμε σε μια εποχή όπου, χάρη στην επιστημονική κοσμογονία, μεταμορφώνουμε την αντιμετώπιση σοβαρών, απειλητικών για τη ζωή ασθενειών, προσφέροντας ελπίδα και νέες προοπτικές σε ασθενείς που μέχρι πρότινος δεν είχαν επιλογές.
Ένα εξαιρετικό παράδειγμα του πώς η επιστήμη μεταφράζεται σε καινοτόμες θεραπευτικές λύσεις είναι η ογκολογία. Ο καρκίνος –μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις υγείας στην Ευρώπη– βρίσκεται στο επίκεντρο της φαρμακευτικής καινοτομίας, η οποία συμβάλλει στη μείωση της θνησιμότητας και στη βελτίωση της ποιότητας ζωής. Τα τελευταία χρόνια, χάρη στις πρωτοποριακές προσεγγίσεις της ανοσο-ογκολογίας, παρατηρούνται σημαντικές βελτιώσεις στα ποσοστά επιβίωσης σε πολλούς τύπους καρκίνου. Για παράδειγμα, έχει επιμηκυνθεί σημαντικά η επιβίωση σε ασθενείς με μη-μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα, ενώ στον γαστρικό καρκίνο το προσδόκιμο επιβίωσης αυξήθηκε από 19% σε 28%, αλλά και στο μεταστατικό μελάνωμα από 5% σε 50%. Σημαντική, επίσης, είναι και η συνολική επιβίωση σε ασθενείς με μεταστατικό καρκίνο νεφρού, η οποία φτάνει το 31% στα 9 χρόνια.
Αυτές οι βελτιώσεις οφείλονται στην εφαρμογή της ανοσοθεραπείας, η οποία προσφέρει εξατομικευμένες, λιγότερο επεμβατικές και αποτελεσματικότερες εναλλακτικές στη χημειοθεραπεία, οδηγώντας σε καλύτερα αποτελέσματα.
Αντίστοιχα, οι αιματολογικές παθήσεις ωφελούνται από τις κυτταρικές θεραπείες, που αλλάζουν τα δεδομένα για ασθενείς με λευχαιμία και λέμφωμα που δεν ανταποκρίνονται σε άλλες θεραπείες. Τα κλινικά δεδομένα δείχνουν ότι, σε ασθενείς με πολλαπλό μυέλωμα που έχουν εξαντλήσει τις βασικές επιλογές, ο χρόνος χωρίς επιδείνωση τριπλασιάζεται. Στο λέμφωμα σχεδόν διπλασιάζεται το ποσοστό των ασθενών που παραμένουν χωρίς πρόοδο νόσου στα τρία χρόνια (από 26% σε 51%). Αυτές οι βιοτεχνολογίες αξιοποιούν τα ίδια τα κύτταρα του ασθενούς και οδηγούν σε μακροχρόνιο κλινικό όφελος χάρη στη βιολογική «μνήμη» των τροποποιημένων κυττάρων, ανοίγοντας νέους δρόμους για ασθενείς χωρίς προηγούμενες επιλογές.
Στη συνεχή προσπάθεια για αναμόρφωση της ογκολογικής φροντίδας, η συμβολή της Bristol Myers Squibb είναι καθοριστική. Ως κορυφαία βιοφαρμακευτική εταιρεία με αφοσίωση στην ογκολογία, εμπνεόμαστε από τη δύναμη της επιστήμης. Αξιοποιούμε προηγμένες τεχνολογίες, νέες μεθόδους χορήγησης και απλοποιημένα θεραπευτικά σχήματα, πρωτοπορούμε στην εξατομικευμένη ιατρική και την ψηφιακή υγεία. Οι επιστήμονές μας δεν ακολουθούν απλά τις αλλαγές, αλλά τις προκαλούν, πρωταγωνιστώντας σε επαναστατική αλλαγή στη θεραπεία του καρκίνου μέσω ανοσο-ογκολογίας και κυτταρικών θεραπειών, με νέους μηχανισμούς δράσης και first-in-class θεραπείες με βελτιωμένα προφίλ ασφάλειας και αποτελεσματικότητας.
Το παρόν σύστηµα διασφαλίζει πρόσβαση σε παλαιότερες θεραπείες χαµηλού κόστους, αλλά είναι αποτρεπτικό για τα καινοτόµα φάρµακα που αφορούν σε σοβαρές και χρόνιες παθήσεις.
Έμφαση στην ολιστική φροντίδα
Στην Bristol Myers Squibb, όμως, αντιλαμβανόμαστε ότι η αντιμετώπιση του καρκίνου δεν τελειώνει με την επιτυχή θεραπεία. Η προσέγγισή μας εστιάζει στην «ολιστική φροντίδα», αναγνωρίζοντας ότι ένας ασθενής, μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας, ως «επιζών» του καρκίνου αντιμετωπίζει δια βίου σωματικές, ψυχολογικές, καθώς και πολύπλοκες διαδικασίες υγείας και κοινωνικές προκλήσεις.
Μία από τις εμβληματικές πρωτοβουλίες που υποστηρίζουμε είναι η προτυποποίηση της Κλινικής Επιζώντων Καρκίνου, η οποία λειτουργεί πιλοτικά στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο «Αττικόν» από το 2023. Με στόχο τη δια βίου φροντίδα, την αποκατάσταση της υγείας, την κοινωνική επανένταξη και την επιστροφή σε μια φυσιολογική καθημερινότητα των ασθενών, η BMS πρωταγωνιστεί, σε συμμαχία με το Υπουργείο Υγείας, την Ιατρική Σχολή Αθηνών, την Ελληνική Ομοσπονδία Καρκίνου και την EY. Στόχος είναι η πανελλαδική επέκταση αυτού του εγχειρήματος, που θα αναβαθμίσει την ογκολογική φροντίδα, την ποιότητα ζωής και την ψυχολογική ευεξία των ασθενών, συμβάλλοντας στη μείωση του κόστους για το σύστημα υγείας μέσω πρόληψης επιπλοκών και επανεισαγωγών.
Τροχοπέδη για την επιστημονική πρόοδο η υποχρηματοδότηση
Ωστόσο, παρά τη ραγδαία επιστημονική πρόοδο και τις καινοτόμες θεραπείες που προσφέρουν ελπίδα, η υποχρηματοδότηση του συστήματος υγείας στην Ελλάδα αποτελεί εμπόδιο για την άμεση διάθεση και αποζημίωση νέων φαρμάκων. Το clawback για καινοτόμα νοσοκομειακά προϊόντα άνω των 30 ευρώ ξεπερνά το 75% για το 2024. Η καινοτομία αντιμετωπίζεται σαν να έχει ελάχιστη συνεισφορά σε αυτή την επιστημονική κοσμογονία.
Το αποτέλεσμα είναι επιβράδυνση της διαθεσιμότητας καινοτόμων θεραπειών, με μείωση κατά 6% το 2023 σε σχέση με το 2019, καθώς και καθυστερήσεις στην αποζημίωση. Αυτή η επιβάρυνση αποθαρρύνει τις εταιρείες να φέρουν νέες θεραπείες, δημιουργώντας ανισότητες μεταξύ ασθενών. Το παρόν σύστημα διασφαλίζει πρόσβαση σε παλαιότερες θεραπείες χαμηλού κόστους, αλλά είναι αποτρεπτικό για τα καινοτόμα φάρμακα που αφορούν σε σοβαρές και χρόνιες παθήσεις, όπως ο καρκίνος.
Η μετάβαση σε ένα δίκαιο μηχανισμό χρηματοδότησης, με έμφαση στη value-based αποζημίωση και στην καταγραφή πραγματικών εκβάσεων, θα επιτρέψει την ομαλή ενσωμάτωση προηγμένων θεραπειών και θα διασφαλίσει βιώσιμη πρόσβαση των ασθενών στην καινοτομία. Μόνο έτσι η Ελλάδα θα ανταποκριθεί στις ευρωπαϊκές εξελίξεις, θα προστατεύσει τη δημόσια υγεία και θα διασφαλίσει ότι κανένας ασθενής δεν θα αποκλειστεί από τη φροντίδα που δικαιούται.
γράφει η Ελισάβετ Προδρόμου,
Γενική Διευθύντρια Bristol Myers Squibb Ελλάδας
