Στόχος της παρούσας μελέτης ήταν η συσχέτιση των ωρών εργασίας με την εμφάνιση υποτροπής καρδιαγγειακού επεισοδίου σε ασθενείς που επέστρεψαν στην εργασία τους μετά από νοσηλεία λόγω εμφράγματος μυοκαρδίου (ΕΜ). Συμμετείχαν 967 εργαζόμενοι στον Καναδά, ηλικίας 35 έως 59 ετών, που παρακολουθήθηκαν για περίπου 6 χρόνια. Στους συμμετέχοντες καταγράφηκαν 205 περιστατικά θανατηφόρου ή μη-θανατηφόρου ΕΜ ή ασταθούς στηθάγχης. Μετά από ομαλοποίηση για συγχυτικούς παράγοντες (τρόπος ζωής, προσωπικότητα, περιβάλλον, κοινωνικές και κλινικές παράμετροι) βρέθηκε ότι συμμετέχοντες που εργάζονταν ≥55 ώρες/εβδομάδα εμφάνιζαν κατά 67% μεγαλύτερο κίνδυνο υποτροπής καρδιακού επεισοδίου συγκριτικά με όσους εργάζονταν 35 έως 40 ώρες/εβδομάδα. Ο κίνδυνος ήταν γραμμικός μετά τις 40 ώρες εργασίας/εβδομάδα, ιδιαίτερα μετά τα πρώτα 4 χρόνια από τη νοσηλεία και σε επαγγέλματα με αυξημένα επίπεδα εργασιακού στρες. Οι συγγραφείς συμπεραίνουν ότι σε ασθενείς που επιστρέφουν στην εργασία τους μετά από νοσηλεία λόγω ΕΜ οι αυξημένες ώρες εργασίας σχετίζονται με αυξημένα ποσοστά υποτροπής καρδιακού επεισοδίου και προτείνουν τον περιορισμό του φόρτου εργασίας στο πλαίσιο δευτερογενούς πρόληψης.
Link μελέτης: https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/33795035/
Επιμέλεια:
Χ. Μιχαλακέας, Καρδιολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών,
Επιστημονικός Συνεργάτης Β’ Πανεπιστημιακής Καρδιολογικής Κλινικής,
Π.Γ.Ν.«Αττικόν»
Λ. Ραλλίδης, Καθηγητής Καρδιολογίας,
Β΄ Πανεπιστημιακή Καρδιολογική Κλινική,
Π.Γ.Ν. «Αττικόν»
