COVID-19: Μελέτη ΕΚΠΑ για ενδεχόμενη σύνδεση ανοσμίας και υποθυρεοειδισμού

Η πιθανή σύνδεση του ιστορικού υποθυρεοειδισμού με την εμφάνιση εμμένουσας ανοσμίας σχετιζόμενης με τη νόσο COVID-19 μελετήθηκε σε προοπτική μελέτη ασθενών, η οποία δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Journal of Neurology, Neurosurgery and Psychiatry.

Οι επιστήμονες έχουν διαπιστώσει από προηγούμενες παρατηρήσεις ότι ο SARS-CoV-2 μπορεί να επηρεάζει τη θυρεοειδική λειτουργία . Οι επιδράσεις στη λειτουργία του θυρεοειδούς μπορεί, αναπόφευκτα , να οδηγούν σε εμπλοκή πολλαπλών συστημάτων, καθώς οι ορμόνες του θυρεοειδούς επηρεάζουν την ανάπτυξη και τη λειτουργία σχεδόν όλων των ανθρώπινων κυττάρων, συμπεριλαμβανομένης της νευρικής ωρίμανσης των νευρώνων οσφρητικού υποδοχέα.

Με την επιδίωξη εξέτασης της επίδρασης του γνωστού προηγούμενου ιστορικού υποθυρεοειδισμού στην εμφάνιση εμμένουσας ανοσμίας έπειτα από νόσο COVID-19, μελετήθηκαν προοπτικά 12 ασθενείς με παρατεταμένη COVID-19-σχετιζόμενη υποσμία/ανοσμία διάρκειας άνω των 40 ημερών έναντι 24 ασθενών με COVID-19 χωρίς καμία υποκειμενική και αντικειμενική οσφρητική δυσλειτουργία.

Ως προς τον πληθυσμό της μελέτης, σε σύγκριση τέθηκαν δύο ομάδες ασθενών,  με όμοιους δημογραφικούς παράγοντες (φύλο, ηλικία) ή άλλους παράγοντες κινδύνου.

Συγκεκριμένα, οι ερευνητές εντόπισαν ότι ο επιπολασμός του ιστορικού υποθυρεοειδισμού ήταν υψηλότερος στους ασθενείς με εμμένουσα ανοσμία σε σύγκριση με τους μάρτυρες (50% έναντι 8%; p=0.009). Ειδικότερα, οι  μελετώμενοι ασθενείς με υποθυρεοειδισμό (6 ασθενείς και 2 μάρτυρες), είχαν αυτοάνοση θυρεοειδίτιδα  και λάμβαναν λεβοθυροξίνη. Μετά την προσαρμογή για πιθανούς συγχυτικούς παράγοντες, φάνηκε ότι ο υποθυρεοειδισμός σχετίστηκε ανεξάρτητα με υψηλότερη πιθανότητα για παρατεταμένη διαταραχή της όσφρησης στους ασθενείς με COVID-19.

Οι επιστήμονες κατέληξαν ότι ενδεχομένως  η απουσία ή η βραδεία ανάκαμψη της όσφρησης μπορεί να ευοδώνεται από την προκαλούμενη από τον ιό περαιτέρω μείωση της λειτουργίας του θυρεοειδούς στους ήδη πάσχοντες από υποθυρεοειδισμό.

Σημειώνεται ότι οι ερευνητές όμως επισημαίνουν την ανάγκη η υπόθεση και τα πιλοτικά αποτελέσματα αυτής της μελέτης να επιβεβαιωθούν περαιτέρω μέσω μεγαλύτερων μελετών ασθενών-μαρτύρων και σε προοπτικές κοορτές ασθενών με νόσο COVID-19.

Link άρθρου: https://jnnp.bmj.com/content/early/2021/04/19/jnnp-2021-326587

Επιμέλεια: ο Καθηγητής Νευρολογίας του ΕΚΠΑ Γεώργιος Τσιβγούλης, η αναπληρώτρια καθηγήτρια Ακτινολογίας του ΕΚΠΑ  Ματίλντα Παπαθανασίου, ο αναπληρωτής καθηγητής Ψυχιατρικής του ΕΚΠΑ Κωνσταντίνος Ψαρρός, ο καθηγητής Παθολογίας-Ρευματολογίας του ΕΚΠΑ Πέτρος Σφηκάκης και ο καθηγητής Παθολογίας-Λοιμωξιολογίας του ΕΚΠΑ Σωτήριος Τσιόδρας. Τη δημοσίευση αυτή σχολιάζουν ο καθηγητής Νευρολογίας του ΕΚΠΑ Γεώργιος Τσιβγούλης και η Νευρολόγος Λίνα.Παλαιοδήμου.

Περισσότερα Άρθρα

Σχετικά Άρθρα

Νέες Δημοσιεύσεις

Συντονισμένη ευρωπαϊκή προσπάθεια για διάγνωση και θεραπεία του παιδιατρικού καρκίνου

Η αύξηση των διαγνώσεων καρκίνου τόσο σε παιδιά όσο και σε ενήλικους προβληματίζει την Ευρώπη και όλα τα κράτη μέλη και φυσικά την Ελλάδα...

Τα υψηλά επίπεδα νιασίνης συμβάλλουν στην ανάπτυξη καρδιαγγειακής νόσου

Εδώ και δεκαετίες, περισσότερες από 50 χώρες, έχουν επιβάλλει τον εμπλουτισμό βασικών τροφίμων όπως το αλεύρι, τα δημητριακά και η βρόμη, με νιασίνη. Στον εντοπισμό...

Πανεπιστήμια: η διαιώνιση της ανοχής στη βία

Να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους. Η ελληνική κοινωνία, η κυβέρνηση, τα πολιτικά κόμματα και οι διοικήσεις των πανεπιστημίων ανέχονται αδιάφορα επί...

Ετικέτες