Επίδραση της πανδημίας COVID-19 στη λειτουργία του Εθνικού Δικτύου Ιατρείων καρδιακής ανεπάρκειας και καρδιο-ογκολογίας

Πολύ πρόσφατα το ελληνικό άρθρο Distribution, infra structure, and expertise of heart failure and cardio-oncology clinics in a developing network: temporal evolution and challenges during the coronavirus disease 2019 pandemic από την Taskforce του ελληνικού δικτύου καρδιακής ανεπάρκειας, συμπεριλήφθηκε από το American College of Cardiology σε μια λίστα 7 επιλεγμένων άρθρων αναφορικά με την παροχή υπηρεσιών υγείας σε καρδιο-ογκολογικούς ασθενείς.

Η Ελληνική Εταιρία Καρδιακής Ανεπάρκειας ανέλαβε την πρωτοβουλία της ανάπτυξης ενός εθνικού δικτύου ιατρείων καρδιακής ανεπάρκειας (HeartFeilureClinics-HFCs) και καρδιο-ογκολογίας (Cardio-OncologyClinics-COCs). Οι ερευνητές της παρούσας μελέτης διεξήγαγαν μέσω ερωτηματολογίων έρευνες πάνω στη λειτουργία των ιατρείων αυτών, προ (Σεπτέμβριος 2018) και κατά τη διάρκεια της πανδημίας (Φεβρουάριος και Απρίλιος 2020) ώστε να μπορέσουν να αξιολογήσουν την προσαρμογή που πέτυχε το σύστημα στις ιδιαιτερότητες της νέας πραγματικότητας. 

Από τα 68 ιατρεία καρδιακής ανεπάρκειας του δικτύου, τα 52 συμμετείχαν στην πρώτη καταγραφή και τα 55 στη δεύτερη. Ο μέσος αριθμός των ασθενών που καταγράφονταν ήταν 10 ανά εβδομάδα. Η εναλλαγή του συμμετέχοντος προσωπικού ενθαρρύνθηκε στις δυο φάσεις και στη δεύτερη επιτεύχθηκε ευρύτερη χρήση προχωρημένων απεικονιστικών τεχνικών (23.1% το 2018 έναντι 34.5% το 2020).Μειονεκτικά έδρασαν παράμετροι όπως η διαθεσιμότητα μαγνητικής τομογραφίας καρδιάς και εργοσπιρομετρίας (διαθέσιμες στο 14.6% και 29% των κλινικών αντίστοιχα), των προγραμμάτων αποθεραπείας (εφαρμόστηκαν μόνο στο 5.5%) και των εφαρμογών τηλε-ιατρικής (διαθέσιμες στο 16.4%).

Στη  χώρα υπάρχουν 13 ιατρεία καρδιο-ογκολογίας, εκ των οποίων τα 9 στην περιοχή της πρωτεύουσας. Και εδώ ο μέσος όρος των ασθενών που αξιολογούνταν ανά εβδομάδα ήταν 10. Η χρήση πλατφόρμας εικονικής υποστήριξης και βιντεο-κλήσεων ήταν εφικτή στο 38.5%.

Η πανδημία COVID-19 είχε δραματική επίδραση στα ιατρεία καρδιακής ανεπάρκειας καθώς μόνο το 18.5 % αυτών συνέχισε απρόσκοπτα τη λειτουργία τους, αναδεικνύοντας έτσι τα -έστω και προσωρινά- εμπόδια τα οποία πρέπει να υπερνικηθούν με την υιοθέτηση εναλλακτικών μορφών απομακρυσμένης παρακολούθησης. Αντίθετα, η λειτουργία των ιατρείων καρδιο-ογκολογίας φάνηκε να επηρεάζεται πολύ λιγότερο από την κατάσταση, με το 77% αυτών αν συνεχίζει κανονικά να παρέχει υπηρεσίες όπως και πριν.

Η παρούσα μελέτη ενδεχόμενα μπορεί να αποτελέσει τη βάση για την εκπόνηση ενός εθνικού πλάνου λειτουργίας του δικτύου ιατρείων καρδιακής ανεπάρκειας και καρδιο-ογκολογίας αναφορικά με τις προσαρμοστικές διαδικασίες που θα ακολουθούνται κατά τη διάρκεια κρίσεων στη δημόσια υγεία.

Ιατρεία καρδιακής ανεπάρκειας

Σημαντική αναλογία των ιατρείων καρδιακής ανεπάρκειας (n = 27, 39,7%) βρίσκεται στην ευρύτερη περιοχή της πρωτεύουσας (Σχήμα 1). Όσον αφορά το εβδομαδιαίο πρόγραμμα, το 63,5% των κλινικών βλέπουν ασθενείς με καρδιακή μία φορά το μήνα (έναντι 69,1% το2020), το 30,8% δύο φορές την εβδομάδα (έναντι 21,8% το 2020) και το 5,7% περισσότερο από τρεις φορές την εβδομάδα (έναντι 9,1% το2020 ). Ο μέσος αριθμός ασθενών που εκτιμήθηκαν ανά εβδομάδα ήταν 10.

Ο αριθμός και ο τύπος του προσωπικού που απασχολείται στα ιατρεία αυτά παρουσιάζεται στον Πίνακα 1. Το ένα τρίτο των ιατρείων δεν διαθέτει νοσηλευτικό προσωπικό, σε περισσότερα από τα μισά δεν συμμετέχουν ειδικευόμενοι καρδιολόγοι και σε περισσότερο από το 80% αυτών δεν υπάρχουν στοχευμένα εκπαιδευμένοι στην καρδιακή ανεπάρκεια καρδιολόγοι. Σε κάθε τέτοιο ιατρείο απασχολούνται κατά μέσο όρο 2 επιμελητές ή μέλη ΔΕΠ. Το 26% των καρδιολόγων σε αυτά έχουν ειδική εκπαίδευση / πιστοποίηση στην καρδιακή ανεπάρκεια και τουλάχιστον ένας ειδικός καρδιακής ανεπάρκειας μπορεί να βρεθεί στο 29% των ιατρείων.

Όσον αφορά τις υποδομές του νοσοκομείου που τα φιλοξενεί, οκτώ ιατρεία (14,6%) έχουν διαθεσιμότητα μαγνητικής τομογραφίας καρδιάς εντός του ιδρύματος, ενώ επιπλέον 30 (54,5%) ιατρεία έχουν καθιερώσει συνεργασία με ένα τοπικό ή περιφερειακό εργαστήριο με ικανότητα μαγνητικού συντονισμού καρδιάς. Η ενσωμάτωση προχωρημένων υπερηχοκαρδιογραφικών τεχνικών στην κλινική πράξη, δηλαδή της τρισδιάστατης ηχοκαρδιογραφίας, του speckletracking και της ηχοκαρδιογραφίας διαστολικού στρες, αυξήθηκε κατά τη δεύτερη περίοδο της έρευνας (23,1% το2018 έναντι 34,5% το2020). Τα νατριουρητικά πεπτίδια (BNP και N-terminalpro-BNP) είναι εφικτό  να μετρηθούν στο τμήμα επειγόντων περιστατικών του νοσοκομείου φιλοξενίας ή στο ιατρείο σε περισσότερο από το 80% των ιατρείων [44 (84.6%) στην πρώτη έρευνα έναντι 47 (85,5% ) στη δεύτερη έρευνα]. Η εργοσπιρομετρία χρησιμοποιείται μόνο σε 15 (29%) ιατρεία και προγράμματα άσκησης για αποκατάσταση ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια μόνο σε 3 (5,5%) χωρίς καμία διαφορά μεταξύ των δύο ερευνών. Η πρόσβαση στο εργαστήριο ηλεκτροφυσιολογίας του νοσοκομείου είναι διαθέσιμη σχεδόν στις μισές μονάδες (46,2% το2018 και54,5% το2020). Μέσα αιμοδιήθησης διαθέτουν το 78. 8% των δομών. Οι διαδικασίες επιδιόρθωσης δομικών καρδιοπαθειών όπως οι διακαθετηριακές επεμβάσεις εμφύτευσης αορτικής βαλβίδας ή επιδιόρθωσης της μιτροειδούς βαλβίδας (MitraClip) εκτελούνταν σε πέντε εγκαταστάσεις το2018 και σε έξι το 2020, ενώ συσκευές υποβοήθησης της αριστερής κοιλίας εμφυτεύονται σε τρία από τα συμμετέχοντα νοσοκομεία.

Ιατρεία καρδιο-ογκολογίας

Συνολικά συμμετείχαν στην έρευνα 13 ιατρεία καρδιο-ογκολογίας, εννέα από τα οποία βρίσκονται στην πρωτεύουσα (Σχήμα 1). Ο μέσος αριθμός των ασθενών που αξιολογούνται ανά εβδομάδα είναι 10 (IQR 7-17,75), οι μέσες ημέρες λειτουργίας ανά εβδομάδα είναι 1,5 (IQR 1–5) και ο μέσος όρος των εμπλεκόμενων καρδιολόγων είναι 3 . Η συντριπτική πλειονότητα των καρδιολόγων (92,3%) ανέφεραν ότι είχαν κάποια εκπαίδευση στην καρδιο-ογκολογία, κυρίως μέσω παρακολούθησης συνεδρίων (84,6%) ή μελετώντας εκπαιδευτικό υλικό (βιβλία, χειρόγραφα κ.λπ.). Ένας μικρός αριθμός καρδιολόγων εργάζεται σε ογκολογικάνοσοκομεία και διαθέτουν μακρά εμπειρία στο αντικείμενο. Στα περισσότερα νοσοκομεία φιλοξενίας (92,3%), υπάρχει επίσης τμήμα ογκολογίας ή/ και  αιματολογίας. Όλα τα καρδιο-ογκολογικά ιατρεία βλέπουν ασθενείς πριν, κατά τη διάρκεια και μακροπρόθεσμα μετά την έναρξη της αντικαρκινικής θεραπείας. Οι ασθενείς με καρκίνο μπορούν να επικοινωνήσουν με τους καρδιολόγους τηλεφωνικώς σε όλες τις κλινικές του δικτύου, μέσω email στο 61,5% και μέσω πλατφορμών εικονικής συμβουλευτικής και βιντεοκλήσεων στο 38,5% αυτών. Το 38% των ιατρείων του δικτύου παρέχει πληροφορίες για τις παρεχόμενες υπηρεσίες στην ιστοσελίδα του νοσοκομείου όπου ανήκει.

­­Ιατρεία καρδιακής ανεπάρκειας στην εποχή της πανδημίας COVID-19

Μόνο το 18,5% των ιατρείων καρδιακής ανεπάρκειας συνεχίζουν να λειτουργούν κανονικά κατά τη διάρκεια αυτής της πανδημίας, το 5,5% αυτών παραπέμπει τους ασθενείς τους σε γενικές καρδιολογικά ιατρεία, ενώ η συντριπτική πλειονότητα των ασθενών παρακολουθείται εκτός νοσοκομείου (σε υπηρεσίες πρωτοβάθμιας περίθαλψης ή σε ιδιωτικές δομές). Ψηφιακές διαδικτυακές εφαρμογές που επιτρέπουν εικονική συμβουλευτική ήταν διαθέσιμες στο 16,4% των ιατρείων πριν από την πανδημία και αυξήθηκαν στο 23,6% κατά τη διάρκεια αυτής. Πρόσφατα αναπτύχθηκε μια ψηφιακή εφαρμογή αυτο-αξιολόγησης των ίδιων των ασθενών(ThessHF) από το ιατρείο καρδιακής ανεπάρκειας του Νοσοκομείου Παπανικολάου. Μόνο έναστα πέντε ιατρεία έχει ενημερώσει τις πληροφορίες του σχετικά με τις ηλεκτρονικάπαρεχόμενες υπηρεσίες στη σελίδα του νοσοκομείου. Η πλειονότητα των ιατρείων (87,3%) παρέχει ηλεκτρονικές συνταγές σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια χωρίς την ανάγκη νοσοκομειακής επίσκεψης. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, η πλειοψηφία των ιατρείων (69,1%) εκτιμά ότι οι εισαγωγές σε νοσοκομεία λόγω μη αντιρροπούμενης καρδιακής ανεπάρκειας  έχουν μειωθεί, το 21,8% πιστεύει ότι είναι σταθερές, ενώ το 7,3% αναφέρει ότι υπήρξε αύξηση.

Ιατρεία καρδιο-ογκολογίας στην εποχή της πανδημίας της νόσου COVID-19

Η πλειονότητα των ιατρείων καρδιο-ογκολογίας (77%) συνεχίζει να παρακολουθεί ογκολογικούς ασθενείς, ενώ μόνο το 23% αναφέρει ότι οι ασθενείς παρακολουθούνται πλέον εκτός νοσοκομείου. Ωστόσο, το 92,3% των ιατρείων δίνει στους ασθενείς του την επιλογή ηλεκτρονικών συνταγών χωρίς επίσκεψη στο νοσοκομείο. Εξαιτίας της πανδημίας, το 30,8% των ογκολογικών ασθενών ξεκινούν την αντικαρκινική τους θεραπεία εγκαίρως ακόμη και χωρίς προηγούμενη καρδιο-ογκολογική εκτίμηση , ενώ στο 69,2%, η βασική αξιολόγηση συνεχίζει να πραγματοποιείται όπως πάντα. Η προεγχειρητική καρδιολογική εκτίμηση των ογκολογικών ασθενών πραγματοποιείται στο 54% από τους καρδιολόγους των συγκεκριμένων ιατρείων και στο 46% από τον εφημερεύοντα καρδιολόγο. Το πρόγραμμα των επισκέψεωντων ασθενών στα ιατρεία παρέμεινε αμετάβλητο όπως είχε προγραμματιστεί πριν από την πανδημία στο 30,8% των περιπτώσεων, τόσο για ασθενείς που ελάμβαναν αντικαρκινική θεραπεία όσο και για εκείνους που παρακολουθούνταν λόγω διεγνωσμένης καρδιοτοξικότητας. Η παρακολούθηση των υπό θεραπεία ογκολογικών ασθενών με υψηλό κίνδυνο καρδιοτοξικότητας πραγματοποιήθηκε στο 15,4%, ενώ αναβλήθηκε στο 23,1% αυτών. Εφόσον οι ασθενείς υπό θεραπεία αναπτύξουν καρδιοτοξικότητα, εκτιμούνται σε ιατρεία καρδιο-ογκολογίας στο 61,5%, από τον εφημερεύοντα καρδιολόγο στο 15,4%, και στο τμήμα επειγόντων περιστατικών στο 23,1% των περιπτώσεων.

Συζήτηση

Οι παρούσες έρευνες απεικόνισαν τα τρέχοντα χαρακτηριστικά των ιατρείων καρδιακής ανεπάρκειας οι οποίες συνθέτουν ένα εθνικό δίκτυο (κατά το αρχικό στάδιο ανάπτυξης αυτού), ως μέρος μιας διαδικασίας «ενδοσκόπησης» που θα υποβοηθήσει τον σωστό περαιτέρω σχεδιασμό των υπηρεσιών του δικτύου αυτού σε εθνικό επίπεδο ώστε να καλύψει τις πραγματικές ανάγκες του πληθυσμού. Αυτή η διαδικασία, που περιλαμβάνει την εξέλιξη του υπάρχοντος δικτύου ιατρείων και εγκαταστάσεων, δεύτερον τη συνεχή αξιολόγησή του μέσω ανάλογων ερευνών, και τρίτο την προσαρμογή του της στις πραγματικές ανάγκες, μπορεί να χρησιμεύσει ως πρότυπο και για άλλες χώρες στην προσπάθειά τους να αναπτύξουν ένα δίκτυο ιατρείων καρδιακής ανεπάρκειας. Μια τέτοια τυποποιημένη διαδικασία μπορεί να συμβάλει στην ευρεία εφαρμογή των τρεχόντων προτύπων περίθαλψης που παραμένουν μη βέλτιστα και μπορεί να αντιμετωπίσει περαιτέρω τις υπάρχουσες περιφερειακές ανισότητες στη διαχείριση των ασθενών. Επιπλέον, η ύπαρξη ενός οργανωμένου δικτύου ιατρείων επιτρέπει την ταχεία εγκατάσταση και διεξαγωγή ερευνών για την αντιμετώπιση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης για τη δημόσια υγεία, όπως η πανδημία COVID-19 και άλλα υγειονομικά ζητήματα που ενδέχεται να εμφανιστούν.

Στην Ελλάδα, σχεδόν το 40% των ιατρείων καρδιακής ανεπάρκειας εντοπίζονται στην περιοχή της πρωτεύουσας, κάτι που συνάδει με την κατανομή του Ελληνικού πληθυσμού. Είναι σημαντικό τέτοια ιατρεία να υπάρχουν σε όλη τη χώρα, συμπεριλαμβανομένων των απομακρυσμένων περιοχών και των νησιών. Σε ότι αφορά το προσωπικό, ο μειωμένος αριθμός των ειδικευομένων που εμπλέκονται στα ιατρεία καρδιακής ανεπάρκειας μπορεί να αποδοθεί στο μεγάλο αριθμό ιατρών που έχουν εγκαταλείψει την Ελλάδα λόγω της οικονομικής κρίσης. Καρδιολόγοι με ειδική εκπαίδευση στην καρδιακή ανεπάρκεια εντοπίζονται περίπου στο ένα τρίτο των ιατρείων. Οι μισοί από αυτούς έχουν συμμετάσχει στις εξετάσεις τωνESC/HFA για τη λήψη της σχετικής πιστοποίησης, το ένα τρίτο παρακολούθησε το Μεταπτυχιακό Μάθημα Καρδιακής Ανεπάρκειας των ΕSC / HFA και το Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης, και οι υπόλοιποι επέλεξαν να  εκπαιδευτούν μέσω μιας υποτροφίας. Είναι σαφές ότι η εκπαίδευση πάνω στην καρδιακή ανεπάρκεια στην Ελλάδα χρειάζεται την κατάλληλη ενίσχυση αυξάνοντας τις υποτροφίες HF που παρέχονται, αναγνωρίζοντας επίσημα τη σχετική εξειδίκευση  και συμπεριλαμβάνοντας επαρκή εκπαίδευση πάνω στην καρδιακή ανεπάρκεια στο βασικό πρόγραμμα εκπαίδευσης της καρδιολογίας.

Ο ρόλος της απεικόνισης στα ιατρεία καρδιακής ανεπάρκειας είναι ζωτικής σημασίας και αυτό γίνεται εμφανές και από τον αυξημένο αριθμό ιατρείων του δικτύου που υιοθέτησαν προηγμένες τεχνικές ηχοκαρδιογραφίας  στην κλινική τους πρακτική. Η διαθεσιμότητα λοιπών διαγνωστικών μεθόδων και προηγμένων θεραπευτικών παρεμβάσεων όπως οι διακαθετηριακές βαλβιδικές παρεμβάσεις ή η εμφύτευση συσκευών υποβοήθησης της αριστερής κοιλίας, υπάρχουν σε έναν επαρκή αριθμό των νοσοκομείων που φιλοξενούν αυτά τα ιατρεία, λαμβάνοντας υπόψη το συνολικό πληθυσμό της χώρας. Ωστόσο, είναι σημαντικό να διασφαλιστεί η ισότιμη πρόσβαση όλων των ασθενών σε διαγνωστικά και θεραπευτικά μέσα μέσω δια-κλινικής επικοινωνίας και συνεργασίας καθώς και σωστά οργανωμένων διαδικασιών παραπομπής-διακίνησης ασθενών.

CMR cardiac magnetic resonance, STE speckle tracking echocardiography, SE stress echo, TAVI transcatheter aortic valve implantation, LVAD left ventricular assist device

Αντίθετα, η διαθεσιμότητα της εργοσπιρομετρίας είναι ανεπαρκής και οι εγκαταστάσεις αποκατάστασης ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια φαίνεται να είναι μάλλον περιορισμένες. Πιθανές λύσεις περιλαμβάνουν την εξασφάλιση κεφαλαίων για την προμήθεια του απαραίτητου εξοπλισμού, την κατάρτιση των ιατρών για ευρύτερη και πιο αποτελεσματική εφαρμογή της εργοσπιρομετρίας και των προγραμμάτων αποκατάστασης, συμπερίληψη των προγραμμάτων αποκατάστασης στις πολιτικές αποζημίωσης και ενσωμάτωσή τους στην κλινική πρακτική. Η σημαντικότερη προϋπόθεση είναι όλοι οι ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν τις ενδείξεις της εργοσπιρομετρίας και του αντίκτυπου των προγραμμάτων αποκατάστασης στην πρόγνωση των ασθενών.

Το πεδίο της καρδιο-ογκολογίας αναπτύσσεται ραγδαία σε ολόκληρο τον κόσμο αλλά και στην Ελλάδα. Στη χώρα μας υπάρχει ένα ιατρείο καρδιο-ογκολογίας ανα 1,3 εκατομμύρια κατοίκους, μια αναλογία παρόμοια με εκείνη άλλων ευρωπαϊκών χωρών με καλά αναπτυγμένες υπηρεσίες καρδιο-ογκολογίας, συμπεριλαμβανομένης της Ισπανίας (ένα ανά 1,2 εκατομμύρια πολίτες) και της Ιταλίας (ένα ανά 1,6 εκατομμύρια) . Περίπου 70% των ιατρείων βρίσκονται στην Αθήνα, εντός νοσοκομείων με ογκολογικές και αιματολογικές μονάδες. Η ειδική εκπαίδευση στο αντικείμενο είναι μια βασική ανεκπλήρωτη ανάγκη που διαπιστώνει η παρούσα έρευνά. Ωστόσο, οι καρδιολόγοι που έχουν συνεχή εμπλοκή στο αντικείμενο θεωρούνται γνώστες. Δεδομένου ότι δεν υπάρχει ακόμη υποτροφία καρδιο-ογκολογίας στην Ελλάδα, οι καρδιολόγοι που χειρίζονται τους ογκολογικούς ασθενείς βασίζονται στην αυτό-εκπαίδευση και στην αυτό-διδασκαλία μέσω κειμένων, βιβλίων, διαδικτυακών σεμιναρίων και συνεδρίων. Η πρόσφατη θέσπιση μιας TaskForce καρδιο-ογκολογίας υπό την Ελληνική Εταιρεία Καρδιακής Ανεπάρκειας και μιας αντίστοιχης Ομάδας Εργασίας  της Ελληνικής Καρδιολογικής Εταιρείας αναμένεται να καθορίσουν το πλαίσιο της κατάρτισης και της εφαρμογής της καρδιο-ογκολογίας στη χώρα μας.

Η επιδημία COVID-19 επηρέασε τις πρακτικές τόσο των ιατρείων καρδιακής ανεπάρκειας όσο και των ιατρείων καρδιο-ογκολογίας. Τα περισσότερα ιατρεία καρδιακής ανεπάρκειας δεν παρακολουθούν ασθενείς σε τακτική βάση, χρησιμοποιώντας εναλλακτικές μεθόδους συμβουλευτικής. Ωστόσο, οι στρατηγικές στην καρδιο-ογκολογία διαφέρουν καθώς οι ογκολογικοί ασθενείς αντιμετωπίζονται ανάλογα με τον κίνδυνο εμφάνισης καρδιοτοξικότητας με τους περισσότερους από αυτούς να εξακολουθούν να βρίσκονται υπό παρακολούθηση στα ιατρεία, όπως συμβαίνει και σε άλλες χώρες επίσης.  Ωστόσο, τόσο τα ιατρεία καρδιακής ανεπάρκειας όσο καρδιο-ογκολογίας μπορούν να αξιοποιήσουν τις σύγχρονες δυνατότητες επικοινωνίας και τις εφαρμογές τηλε-υγείας ώστε να διασφαλίσουν ένα αποδεκτό επίπεδο παρακολούθησης των ασθενών και ταυτόχρονα να μειώσουν τον κίνδυνο έκθεσης σε καιρό πανδημίας.

Oι δύο διαδοχικές έρευνες μέσω ερωτηματολογίων μπόρεσαν να αποτυπώσουν την κατάσταση των ιατρείων καρδιακής ανεπάρκειας που περιλαμβάνονται στο δίκτυο όσον αφορά την κατανομή, την υποδομή, το ανθρώπινο δυναμικό και το επίπεδο εκπαίδευσης και εμπειρίας, καθώς και τη διαχρονική εξέλιξή τους. Η συγκριτική αντιπαραβολή αυτών των αποτελεσμάτων με την εθνική βάση δεδομένων του μητρώου καρδιακής ανεπάρκειας θα επιτρέψει τον προγραμματισμό μελλοντικών προσαρμογών για την κάλυψη των αναγκών του πληθυσμού. Πέρα από τους λόγους που αναφέρονται στη βελτίωση της περίθαλψης των ασθενών σε ολόκληρη τη χώρα, ένα καλά δομημένο εθνικό δίκτυο ιατρείων συνδέεται με πολλά πλεονεκτήματα, προάγει την αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ ιατρείων και κλινικών, ενισχύει τις ερευνητικές ευκαιρίες, υποστηρίζει την εφαρμογή κατευθυντήριων γραμμών, επιτρέπει την ταχεία απόκτηση δεδομένων σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης στη δημόσια υγεία και ευοδώνει ταχύτερες και αποτελεσματικότερες πρακτικές προσαρμογής σε ανάλογες κρίσεις.

Σύνδεσμος αρχικής μελέτης https://onlinelibrary.wiley.com/doi/10.1002/ehf2.12870

Επιμέλεια: Δημήτριος Λεμπιδάκης, Επικουρικός Επιμελητής Καρδιολογίας, Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ηρακλείου

Περισσότερα Άρθρα

Σχετικά Άρθρα

Νέες Δημοσιεύσεις

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ

Η συνεισφορά της Α΄ΠανεπιστημιακήςΚαρδιολογικής Κλινικής στην Πρόληψη &Αντιμετώπιση της Υπερτασικής Νόσου το 2021

Επαγγελματικός αθλητισμός και βαλβιδική καρδιακή νόσος

Επαγγελματικός αθλητισμός και βαλβιδική καρδιακή νόσος. Κείμενο θέσης από τον τομέα Αθλητικής Καρδιολογίας της ομάδας Προληπτικής Καρδιολογίας της ESC. Η...

Κορωνοϊός – ΗΠΑ: Υποχρεωτική η μάσκα στα σχολεία, ορίζει νέα σύσταση των CDC

Απαραίτητη η χρήση της από τους ανεμβολίαστους μαθητές Οι μάσκες στα σχολεία των ΗΠΑ θα πρέπει να εξακολουθήσουν να χρησιμοποιούνται...

Ετικέτες