Η Φροντίδα ως προϋπόθεση για τη Θεραπεία

Η νόσος Covid-19 επέφερε σημαντικές επιπτώσεις πέραν της σωματικής και στην ψυχική υγεία όχι μόνον όσων νόσησαν αλλά και στο τμήμα του πληθυσμού που δεν νόσησε

Η ιατρική επιστήμη έχει προοδεύσει αρκετά σε διαγνωστικό / θεραπευτικό επίπεδο αλλά έχει μείνει πίσω στο επίπεδο επικοινωνίας με τους ασθενείς και την κοινωνία.
Στις αρχές της πανδημίας (γύρω στον Φεβρουάριο του 2020) πολλοί άνθρωποι, μεταξύ αυτών και γιατροί ή στελέχη του χώρου της υγείας, είχαν υποτιμήσει την δυνητική καταστροφικότητα της νόσου Covid-19. Μέχρι που μερικοί ασθένησαν (και κάποιοι χάθηκαν) από εκείνους που ήσαν φίλοι, γνωστοί, συνάδελφοι και μέχρι χθες οι διπλανοί μας άνθρωποι.

Και αρκετοί από αυτούς, δυστυχώς, δεν ήσαν υπερήλικες και επίσης δεν έπασχαν από υποκείμενα νοσήματα. Αναρωτηθήκαμε, άφωνοι, πως χάθηκαν από την ασθένεια αυτή άνθρωποι φαινομενικά υγιείς που δεν μπορούσαμε καν να υποπτευθούμε ότι σε νέα ηλικία θα έφευγαν τόσο γρήγορα από κοντά μας χωρίς έστω την δυνατότητα να τους αποχαιρετίσουμε με τον τελευταίο ασπασμό. Είναι να μην σε διαλέξει τελικά ο κορωνοιός και αποφασίσει να ενεργοποιήσει, στο υποψήφιο θύμα, τους πλέον καταστρεπτικούς βιολογικούς μηχανισμούς. Ίσως η επιστήμη θα πρέπει κάποια στιγμή να μελετήσει το γονιδίωμα εκείνων που δεν είχαν υποκείμενα νοσήματα αλλά ασθένησαν βαρέως σε σχέση με μια διασταυρούμενη ομάδα ελέγχου με παρόμοια χαρακτηριστικά που ασθένησε πολύ ελαφρά.

Σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο η νόσος Covid-19 επέφερε σημαντικές επιπτώσεις πέραν της σωματικής και στην ψυχική υγεία όχι μόνον όσων νόσησαν αλλά και στο τμήμα του πληθυσμού που δεν νόσησε. Ο φόβος της μετάδοσης σε συνδυασμό με τα περιοριστικά μέτρα οδηγεί σε κατάθλιψη, φοβίες θανάτου, έκρηξη άγχους, φοβίες οικονομικής καταστροφής, έλλειψη συναισθηματικής στήριξης, απομόνωσης, αύξηση της κατανάλωσης αλκοόλ, αυξημένη χρήση ναρκωτικών και ψυχοφαρμάκων, αυτοκαταστροφική συμπεριφορά και ενδοοικογενειακή βία. Στην έξαρση των φοβιών και του άγχους έχει ιδιαίτερα συμβάλει η πολύωρη τηλεοπτική παρακολούθηση της καταστροφολογίας των ΜΜΕ και η υπερέκθεση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Είναι βέβαιο ότι σε παλαιότερες εποχές, χωρίς τηλεόραση και social media, οι επιπτώσεις των πανδημιών στην ατομική και κοινωνική ψυχολογία δεν θα είχαν ανάλογο αποτέλεσμα με σήμερα. Για όσους νόσησαν ελαφρά οι μαρτυρίες τους δίνουν σίγουρα έμφαση στα αρνητικά βιώματα ενοχής μετάδοσης, φόβου θανάτου με την πρόοδο των συμπτωμάτων αλλά κυριότερα ομιλούν για το πρόβλημα της έλλειψης επαφής με την οικογένεια και τα αγαπημένα πρόσωπα κατά τη διάρκεια της καραντίνας ή της παραμονής στο νοσοκομείο. Ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα, το οποίο μου ανέφερε φίλος γιατρός που ασθένησε ελαφρά, ήταν η μεγάλη δυσκολία επικοινωνίας (έως ανύπαρκτη) με τα ελληνικά νοσοκομεία προκειμένου να ενημερωθούν οι δικοί του άνθρωποι για την εξέλιξη της κατάστασης του. Όσοι νόσησαν και έμειναν μεγάλο διάστημα σε νοσοκομεία αναφέρουν ως σημαντικό πρόβλημα όχι την χορήγηση της ιατρικής αγωγής και την ενδεδειγμένη θεραπευτική αντιμετώπιση αλλά να μπορεί να βοηθήσει κάποιος τον πάσχοντα σε στοιχειώδη ατομική φροντίδα. Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι υπάρχουν οφέλη από την αναστολή των μετακινήσεων, τις αλλαγές στην εκπαίδευση και τις εργασιακές δραστηριότητες, τον αυξημένο χρόνο με την οικογένεια, την μείωση της κοινωνικής πίεσης και του εργασιακού stress και την βελτίωση διατροφικών επιλογών μέσα από σπιτικά γεύματα. Δυστυχώς αυτά τα οφέλη αφορούν την κατηγορία μιας οικονομικά ευκατάσταστης μειοψηφίας την οποία ούτως ή άλλως ουδέποτε επηρρεάζουν οι εξωτερικές κοινωνικές συνθήκες. Οι καταστρεπτικές επιπτώσεις της πανδημίας αφορούν κυρίως το μικρομεσαίο τμήμα του πληθυσμού σε όλα τα επίπεδα, βιολογικά, οικονομικά και ψυχικά.

Αν και η νόσος Covid επηρέασε σε μεγάλο βαθμό την ανθρώπινη φύση και τις ανθρώπινες δραστηριότητες παράλληλα την ίδια στιγμή προκάλεσε ένα μεγάλο διχασμό μεταξύ της πραγματικότητας (αλήθειας) και του τι ακριβώς πιστεύουν οι άνθρωποι γύρω από την πραγματικότητα μέσα από το δικό τους φίλτρο. Στην εφημερίδα Washington Post (USA) τον Νοέμβριο 2020 δημοσιεύτηκε μαρτυρία νοσηλεύτριας στην πολιτεία South Dakota σύμφωνα με την οποία νοσηλευόμενοι στο νοσοκομεία βαρέως πάσχοντες υπήρξαν αρνητές του κορωνοιού μέχρι την χρονική στιγμή που χρειάστηκε να διασωληνωθούν! Εάν λοιπόν ήδη νοσούντες που πεθαίνουν από την νόσο αρνούνται την ύπαρξη της τότε πως θα πειστούν τελικά οι υγιείς μη-νοσούντες αρνητές να εμβολιαστούν; Ευτυχώς το ποσοστό αυτής της κατηγορίας είναι συνολικά μικρό στον γενικό πληθυσμό όμως χρειάζεται μια βαθύτερη και ουσιαστικότερη προσέγγιση σε αυτό το ζήτημα άρνησης της πραγματικότητας.

Γιατί άραγε ορισμένοι άνθρωποι δεν αποδέχονται την πραγματικότητα και αρνούνται την βοήθεια της επιστήμης σε μια τόσο κρίσιμη για την επιβίωση τους στιγμή; Με μια πολύ ιδιαίτερη προσέγγιση η γιατρός Lisa Rosenbaum (national correspondent για το δημοφιλές ιατρικό περιοδικό New England Journal of Medicine) εμβαθύνει στο ζήτημα αυτό μέσα από ένα άρθρο της με τίτλο No Cure Without Care-Soothing Science Skepticism (19 Φεβρουαρίου 2021 δημοσίευση στο New England Journal of Medicine). Σύμφωνα με την ανάλυση της φαίνεται ότι η ιατρική επιστήμη μπορεί να έχει προοδεύσει αρκετά σε διαγνωστικό και θεραπευτικό επίπεδο αλλά έχει μείνει πίσω στο επίπεδο επικοινωνίας με τους ασθενείς και την κοινωνία. Μετά τον Διαφωτισμό, η επιστήμη πρόβαλλε ανακουφιστικά στην ιστορία ως η μέθοδος που θα απελευθερώσει τους ανθρώπους από το θρησκευτικό δόγμα. Δυστυχώς σήμερα η επιστήμη έχει η ίδια πάρει την θέση της θρησκείας και έχει καταστεί το νέο δόγμα. Η επιστήμη φαίνεται να μην λαμβάνει υπόψιν κουλτούρα, πολιτιστικές αξίες, ηθικές ατομικές αξίες και κοινωνικές ανισότητες. Η ανθρώπινη φύση λαχταράει περισσότερο συναίσθημα και πάθος και αυτό είναι κάτι το οποίον δεν λαμβάνει καθόλου υπόψιν η επιστήμη σήμερα. Αν και το συναίσθημα φαίνεται να αποτελεί αντίφαση στην ίδια την κοσμοθεωρία της επιστήμης εντούτοις η Lisa Rosenbaum θεωρεί ότι η κοινωνία σήμερα δεν απορρίπτει τόσο την ορθολογική σκέψη όσο γενικά εκφράζει την δυσπιστία της απέναντι στις αξίες των ανθρώπων της επιστήμης, νοιώθει ότι οι αξίες της επιστήμης σήμερα δεν περιλαμβάνουν τον ίδιο τον άνθρωπο. Μέσα από τους αρνητές της επιστημονικής μεθόδου προβάλλει η μεγάλη κρίση εμπιστοσύνης της κοινωνίας προς τους ανθρώπους της επιστήμης. Ο άνθρωπος σήμερα νοιώθει ότι η ιδέα της επιστήμης δεν λαμβάνει υπόψιν τον ίδιο και τις αξίες του. Και αυτό το αρνητικό γεγονός χρήζει βαθύτερης ανάλυσης και ιδιαίτερης προσέγγισης.

Στο προφητικό του βιβλίο «Humane Medicine» (έκδοση 1995) ο χειρουργός Miles Little είχε εντοπίσει τα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η ιατρική παρά την άνθηση της ως επιστήμη. Αποτελεί τελικά πολύ συχνό, παράδοξο, φαινόμενο των καιρών μας η μεγάλη πρόοδος της επιστημονικής σκέψης στον τομέα των βιολογικών επιστημών να συνδεέται με δυσαρέσκεια των ασθενών από τις υπηρεσίες των γιατρών της κλινικής ιατρικής. Το ιατρικό επάγγελμα έχει κατηγορηθεί συχνά για απληστία, ασάφεια, αλαζονεία, άγνοια και ψυχρότητα. Μεγάλοι κλινικοί γιατροί του παρελθόντος όπως ο Sydenham, ο Osler και ο Blalock γνώριζαν πολύ καλά ότι η ιδανική διαχείριση του ασθενή δεν εξαρτάται τόσο από την επιλογή της φαρμακευτικής αγωγής ή της χειρουργικής δεξιότητας όσο από κάτι πολύ περισσότερο το οποίο προκύπτει μέσα από την σχέση γιατρού-ασθενή. Όλοι αυτοί οι προαναφερθέντες κλινικοί γιατροί δεν κινήθηκαν αποκλειστικά στη σφαίρα της σύγχρονης αναγωγικής επιστήμης (reductionism) αλλά στο ενδιαφέρον για τον πάσχοντα άνθρωπο ως πρόσωπο: πίστευαν επίσης στην ιδέα της συμπόνιας και της ενσυναίσθησης. Σήμερα η μεγάλη έκρηξη των δικαστικών αγωγών εναντίον γιατρών, η αύξηση των ασφαλίστρων αστικής ευθύνης, τα κλιμακούμενα παράπονα στα νοσοκομεία και ο ασφυκτικός εξωτερικός έλεγχος των ιατρικών πράξεων δηλώνουν ότι είναι αναγκαία κάποια μεγάλη αλλαγή στην κοσμοθεωρία άσκησης του ιατρικού επαγγέλματος.

Η Lisa Rosenbaum πιστεύει ότι οι γιατροί δεν μπορούν να ακούσουν τους ασθενείς τους και έτσι οι ασθενείς δεν μπορούν να τους εμπιστευτούν. Θεωρεί ότι αν ακούσουμε προσεκτικά τις απόψεις των αρνητών και των αντιεμβολιαστών μέσα από μια διαδικασία αποδοχής αυτής της επικοινωνίας και αναπτύξουν οι γιατροί τα επιχειρήματα τους ένα πολύ μεγάλο ποσοστό των αρνητών θα αλλάξει τρόπο σκέψης και έτσι θα αποδεχτεί να εμβολιαστεί και να ακολουθήσει τις λύσεις-προτάσεις της επιστήμης. Ο ασθενής για να ακούσει προσεκτικά τον γιατρό του πρέπει να τον εμπιστευτεί, πρέπει να αισθανθεί ότι ο γιατρός τον νοιάζεται, πρέπει να αισθανθεί ότι ο γιατρός σέβεται τις αξίες του. Είναι βέβαιο ότι η καλή επικοινωνία οδηγεί πάντα σε μεγαλύτερη εμπιστοσύνη. Αυτό που χρειάζεται να προηγηθεί και να συμβαδίσει με την επιστημονική θεραπεία είναι λοιπόν η φροντίδα. Χωρίς φροντίδα και νοιάξιμο δεν υπάρχει επιτυχής θεραπεία.

Η Rosenbaum αναφέρει την συγκινητική ιστορία ενός σπουδαίου αμερικανού καρδιολόγου ο οποίος είχε αποφοιτήσει από την ιατρική σχολή το 1930. Στα πλαίσια της μεταπτυχιακής του εκπαίδευσης κάποια στιγμή, ως εσωτερικός βοηθός, είχε την φροντίδα κάποιου ασθενή ο οποίος έπασχε από βακτηριακή ενδοκαρδίτιδα, μια πολύ σοβαρή κατάσταση προσβολής καρδιακής βαλβίδας από μικρόβιο, σε μια εποχή που δεν υπήρχαν τα αντιβιοτικά. Ο γιατρός αυτός, ο οποίος στη συνέχεια εξελίχτηκε σε μεγάλη μορφή στην ιστορία της καρδιολογίας, ήξερε ότι δεν είχε καμμία δυνατή θεραπεία διαθέσιμη για να αναστείλει την αρνητική έκβαση της πάθησης του ασθενή του. Αυτό που έκανε λοιπόν ήταν κάθε βράδυ ξάπλωνε να κοιμηθεί στο διπλανό διαθέσιμο κρεβάτι  και έτσι συντρόφευσε τον ασθενή μέχρι την ημέρα του θανάτου του. Ο γιατρός είχε προσφέρει ως θεραπεία στον ασθενή τον ίδιο του τον εαυτό. Τέτοιες προσωπικότητες γιατρών (δυστυχώς έχουν σχεδόν εκλείψει σήμερα) μπορούν να εμπνεύσουν την απόλυτη εμπιστοσύνη στους ασθενείς τους. Ποιος ασθενής αυτού του γιατρού θα ήταν αρνητής εμβολίου το οποίο θα τον είχε συμβουλεύσει να κάνει; Πιστεύω ουδείς. Το νοιάξιμο και η έννοια της φροντίδας από την πλευρά της ιατρικής επιστήμης είναι προυπόθεση για την αποδοχή και επιτυχία της θεραπείας. No cure without care. Η ιατρική δεν είναι μόνον επιστήμη αλλά και τέχνη. Συμφωνώ απόλυτα με την καταληκτική πρόταση του άρθρου της Rosenbaum: The path forward, then, isn’t to compromise science by turning it into an art; rather, it’s to stop trying to turn the art of medicine into a science.

Επιμέλεια-Συγγραφή: Θανάσης Δρίτσας, Καρδιολόγος, Αναπληρωτής Διευθυντής, Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό Κέντρο, Συνθέτης και Συγγραφέας.

Πηγή:https://www.athensvoice.gr/life/health/710479_i-frontida-os-proypothesi-gia-ti-therapeia

Περισσότερα Άρθρα

Σχετικά Άρθρα

Νέες Δημοσιεύσεις

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ

Η συνεισφορά της Α΄ΠανεπιστημιακήςΚαρδιολογικής Κλινικής στην Πρόληψη &Αντιμετώπιση της Υπερτασικής Νόσου το 2021

Επαγγελματικός αθλητισμός και βαλβιδική καρδιακή νόσος

Επαγγελματικός αθλητισμός και βαλβιδική καρδιακή νόσος. Κείμενο θέσης από τον τομέα Αθλητικής Καρδιολογίας της ομάδας Προληπτικής Καρδιολογίας της ESC. Η...

Κορωνοϊός – ΗΠΑ: Υποχρεωτική η μάσκα στα σχολεία, ορίζει νέα σύσταση των CDC

Απαραίτητη η χρήση της από τους ανεμβολίαστους μαθητές Οι μάσκες στα σχολεία των ΗΠΑ θα πρέπει να εξακολουθήσουν να χρησιμοποιούνται...

Ετικέτες