Αρτηριακή υπέρταση & φάρμακα

Ποια παυσίπονα είναι ασφαλέστερα για τους υπερτασικούς ασθενείς.

Τα πιο διαδεδομένα παυσίπονα στην καθημερινή κλινική πράξη είναι η παρακεταμόλη και τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ), ενώ σε ειδικές περιστάσεις μπορούν να χορηγηθούν οπιοειδή αναλγητικά. Η παρακεταμόλη έχει το πιο ασφαλές προφίλ ως την επίδραση στην αρτηριακή πίεση και για αυτό είναι αναλγητικό πρώτης επιλογής για υπερτασικούς ασθενείς. Αντίθετα, μια συνήθης ανεπιθύμητη ενέργεια των ΜΣΑΦ είναι η αύξηση της αρτηριακής πίεσης. Συνεπώς, οι υπερτασικοί ασθενείς πρέπει να είναι ιδιαίτερα επιφυλακτικοί στη λήψη ΜΣΑΦ καθώς είναι πολύ πιθανό να απορρυθμιστεί η αρτηριακή τους πίεση κατά τη θεραπεία. Για το λόγο αυτό, σε περίπτωση που κριθεί σκόπιμη η χορήγησή τους, επιβάλλεται στενή παρακολούθηση της πίεσης και επικοινωνία με τον θεράποντα ιατρό. Τέλος, η χρήση οπιοειδών ως αναλγητικών, μάλλον δεν έχει άμεση αυξητική δράση στην αρτηριακή πίεση, ενώ ούτως ή άλλως η ένδειξη χορήγησής τους είναι πιο αυστηρή και η παρακολούθηση στενότερη.

Ποιες δραστικές ουσίες ανεβάζουν την αρτηριακή πίεση και σε ποιες παθήσεις χορηγούνται;

Είναι γνωστό από τη βιβλιογραφία ότι κάποιες φαρμακευτικές ουσίες, που χορηγούνται για την αντιμετώπιση κάποιων παθολογικών καταστάσεων, μπορούν να οδηγήσουν σε αύξηση της αρτηριακής πίεσης. Τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα, ευρέως χρησιμοποιούμενα αναλγητικά, είναι μια από τις κύριες αιτίες απορρύθμισης της υπέρτασης. Επίσης η χρόνια χρήση κορτικοειδών σε ασθενείς που πάσχουν κυρίως από νοσήματα του συνδετικού ιστού μπορεί να επιφέρει πληθώρα παρενεργειών, μια εκ των οποίων είναι η κατακράτηση άλατος και ύδατος που οδηγεί σε αύξηση της αρτηριακής πίεσης. Επιπλέον, η κυκλοσπορίνη, ένα ανοσοκατασταλτικό φάρμακο που δίνεται κυρίως σε μεταμοσχευμένους ασθενείς και σπανιότερα σε ασθενείς που εμφανίζουν κάποια αυτοάνοσα νοσήματα, προκαλεί συνήθως σημαντική αύξηση της αρτηριακής πίεσης που υποστρέφει όταν ανασταλεί η χορήγησή της. Ακόμα μια κατηγορία φαρμάκων που μπορεί να επιφέρει αύξηση της αρτηριακής πίεσης είναι τα παλαιότερα αντικαταθλιπτικά, δηλαδή τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά και οι αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης. Επίσης η θεραπεία με αντισυλληπτικά φάρμακα μπορεί να οδηγήσει σε μικρή αύξηση της αρτηριακής πίεσης, ενώ επίσης η αντιρετροϊκή θεραπεία με ασθενείς με HIV μπορεί να οδηγήσει στο ίδιο αποτέλεσμα. Στη συνέχεια, θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε κάποιες ουσίες, όπως η κοκαΐνη, η καφεΐνη και η νικοτίνη, γιατί παρόλο που σχετίζονται κυρίως με έξεις του ζην και όχι με φαρμακευτική αντιμετώπιση παθολογικών καταστάσεων, προκαλούν αξιόλογη αύξηση της αρτηριακής πίεσης και έχουν δυσμενή επίδραση σε υπερτασικούς ασθενείς. Επίσης χάπια για αδυνάτισμα και ορισμένα αντικαρκινικά φάρμακα μπορεί να αυξήσουν τη πίεση. Τέλος, καλό είναι να έχει κανείς υπόψη ότι κάποιες τοπικώς δρώσες ουσίες, όπως τα ρινικά αποσυμφορητικά που περιέχουν αγγειοσυσπαστικές ουσίες, μπορούν σε κάποιες περιπτώσεις να αυξήσουν την αρτηριακή πίεση, δεδομένου μάλιστα ότι λόγω της τοπικής τους δράσης δεν υφίστανται τον μεταβολισμό πρώτης διόδου από το ήπαρ, γεγονός που συνεπάγεται πιο έντονη δράση.

Ποιες είναι οι κυριότερες αλληλεπιδράσεις των φαρμάκων κατά της υπέρτασης;

Παρατηρούνται διάφορες αλληλεπιδράσεις μεταξύ των φαρμάκων που χορηγούνται για τη θεραπεία της υπέρτασης. Καταρχήν είναι γνωστό ότι οι β-αποκλειστές μπορεί να προκαλέσουν βραδυκαρδία. Ταυτόχρονη χορήγηση με μη διϋδροπυριδινικούς αναστολείς διαύλων ασβεστίου (βεραπαμίλη, διλτιαζέμη) μπορεί να οδηγήσει σε εκσεσημασμένη βραδυκαρδία ή σε διαταραχές κολποκοιλιακής αγωγής. Ειδικότερα, η μετοπρολόλη, η καρβεδιλόλη, η λαβηταλόλη και η προπρανολόλη μεταβολίζονται στο ήπαρ από τα ένζυμα του κυτοχρώματος P450. Συνεπώς αναστολή του ενζύμου από άλλα φάρμακα επιτείνει τη δράση τους. Η νεμπιβολόλη και η βισοπρολόλη μεταβολίζονται τόσο στο ήπαρ όσο και στο νεφρό, με αποτέλεσμα το παραπάνω φαινόμενο να είναι ηπιότερο, ενώ τέλος η ατενολόλη και η ναδολόλη δεν υφίστανται ηπατικό μεταβολισμό.

Όσον αφορά τους αναστολείς διαύλων ασβεστίου, είναι γνωστό ότι η νιφεδιπίνη και η αμλοδιπίνη μπορούν να αλληλεπιδράσουν με την ατορβαστατίνη και τη σιμβαστατίνη, γιατί και όλα τα παραπάνω αναστέλλουν τα ίδια ηπατικά ένζυμα.

Επιπλέον ταυτόχρονη χορήγηση αναστολέων του άξονα ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης μπορεί να επιφέρει υπερκαλιαιμία.

Αντίθετα η χρήση συνδυασμού διουρητικών της αγκύλης με θειαζιδικά διουρητικά μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη αποβολή του καλίου στα ούρα και σε υποκαλιαιμία.

Υπάρχουν ενδείξεις που να βοηθούν τον ασθενή να καταλάβει ότι κάτι δεν πάει καλά;

Το πρόβλημα με την υπέρταση είναι ότι στις περισσότερες περιπτώσεις δεν προκαλεί συμπτώματα, εκτός αν έχουμε ακραία αύξηση της αρτηριακής πίεσης και άμεση βλάβη οργάνου στόχου. Επίσης οι περισσότερες επιπλοκές από τις αλληλεπιδράσεις των φαρμάκων μπορεί να διαλάθουν σε πρώτη φάση. Συνεπώς, ο καλύτερος τρόπος, για να προφυλαχθεί ο ασθενής από τις ανεπιθύμητες ενέργειες της αγωγής κατά της υπέρτασης και από τις αλληλεπιδράσεις των φαρμακευτικών ουσιών, είναι η συχνή παρακολούθηση της πίεσης και η στενή συνεργασία με τον θεράποντα ιατρό.

Επιμέλεια-Συγγραφή:

*Κωνσταντίνος Κατωγιάννης, Καρδιολόγος, Ακαδημαϊκός Υπότροφος Β΄ Πανεπιστημιακή Καρδιολογική Κλινική ΕΚΠΑ, ΠΓΝ «Αττικόν»

**Ιωάννης Λεκάκης, Ομότιμος Καθηγητής Καρδιολογίας ΕΚΠΑ, Διευθυντής Καρδιολογικού Τομέα, Κεντρική Κλινική Αθηνών

Πηγή: https://hypertensionwatch.com/2020/07/20/artiriaki-ypertasi-farmaka/

Περισσότερα Άρθρα

Σχετικά Άρθρα

Νέες Δημοσιεύσεις

ΕΟΠΥΥ: Παράταση σύμβασης οικογενειακών ιατρών έως 30/09

Αναρτήθηκε από Μαστοράκου Αννα Πηγή: http://medispin.blogspot.com/2020/08/3009.html

Έρχονται νέα, ταχύτερα και φθηνότερα, μοριακά τεστ σάλιου για διάγνωση του κορονοϊού

Η διενέργεια μαζικών τεστ για τον κορονοϊό SARS-CoV-2, ο οποίος προκαλεί τη νόσο Covid-19, θα διευκολυνθεί στο άμεσο μέλλον από την ανάπτυξη...

Αξονική τομογραφία καρδιάς και κολπική μαρμαρυγή

Η κολπική μαρμαρυγή σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου (ΑΕΕ). Η συχνότητα εμφάνισης υπολογίζεται στο 5% των ασθενών ετησίως κατά...

Ετικέτες